5 Δεκεμβρίου 2020. Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιαμένου

Μεγάλες, ἀσκητικές, καί ἅγιες μορφές. Σάββας ἡγιασμένος.

Σήμερα ἑορτάζει ὁ Μέγας ἀσκητής τῆς ἐρήμου ἅγιος Σάββας ὁ ἡγιασμένος (439-536 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἀπό τήν ἡλικία τῶν ὀκτώ ἐτῶν ἐπεδόθη στήν ἐκμάθηση τοῦ ψαλτηρίου καί στήν ἐξάσκηση τῶν ἀρετῶν, τή σωματική κακοπάθεια, τήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή. Ἀργότερα γνώρισε, συνεργάστηκε καί ἀσκήθηκε μαζί μέ τούς μεγάλους Πατέρες τῆς ἐποχῆς του, Μέγα Εὐθύμιο, Ἀββᾶ Θεόκτιστο καί Γεράσιμο τόν Ἰορδανίτη. Ἔζησε πολλά χρόνια μέ νηστεία, ὀλιγοποσία, προσευχή καί ἀγρυπνία. Δικαίως χαρακτηρίζεται «τῶν ὁσίων ἀκρότης καί ἀγγέλοις ἐφάμιλλος» διότι ἀνεδείχθη ἡγιασμένος ἀπό μικρό παιδί. Ἔζησε καί ἔκανε πολλά θαύματα, ἀφοῦ πρῶτα διώχθηκε ἀκόμη καί ἀπό αὐτούς τούς μαθητές του.

Μεγάλη προσφορά του ὑπῆρξε, ὁ ἀγῶνας του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, ἡ συμπαράσταη στούς Ὀρθόδοξους Πατριάρχες καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας στά Πατριαρχεῖα Ἱεροσολύμων, Κωνσταντινουπόλεως καί Ἀλεξανδρείας πού εἶχαν περιέλθει σέ Μονοφυσῖτες Πατριάρχες. Τόσο μεγάλος ἦταν ὁ ἀγῶνας του, ὥστε σέ ἡλικία 90 ἐτῶν κατόρθωσε νά μεταβῇ στήν Κωνσταντινούπολη (γιά δεύτερη φορά) καί νά πείσῃ τόν αὐτοκράτορα, ὄχι μόνο νά μήν λάβῃ σκληρά μέτρα κατά τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιστίνης, ἀλλά νά συμβάλη καί στήν ἐκδίωξη τῶν αἱρέσεων τοῦ Νεστορίου καί τοῦ Ὠριγένους. Μεγάλη ἦταν ἡ ἐπίδραση τῆς Μοναστικῆς ζωῆς τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ προσέφερε πλῆθος Ἁγίων, μεταξύ αὐτῶν τοῦ μεγάλου δογματολόγου ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, πού ἑόρταζε χθές 4 Δεκεμβρίου μαζί μέ τήν ἁγία Βαρβάρα.

Λέγεται ὅτι στό «Καστέλλι», ἕνα μικρό βουνό μακρυά ἀπό τό Μοναστήρι, ὑπῆρχαν δαίμονες πού τρομοκρατοῦσαν τούς ἀνθρώπους καί γι' αὐτό δέν πήγαινε κανείς ἐκεῖ. Ὁ Ἅγιος Σάββας πῆγε, παίρνοντας λάδι ἀπό τούς ἁγίους τόπους. Φθάνοντας ἐκεῖ προσευχόμενος ἄρχισε νά ῥαντίζῃ τόν τόπο. Οἱ δαίμονες ἐξαπέλυσαν ἄγριες ἐπιθέσεις καί τό βουνό τρανταζόταν ἀπό τούς ἀέρηδες, ἐνῶ ἀπόκοσμες μορφές προσπαθοῦσαν νά τόν τρομάξουν. Ὁ ἅγιος ἀτάραχος τούς ἀνάγκασε νά παραδεχτοῦν τήν ἦττα τους καί ἔλεγαν· «Δέν σοῦ ἔφτανε ἡ σπηλιά, ἡ πέτρα, ὁ χείμαρρος, ἡ ἔρημος; Γιατί ἦρθες στά μέρη μας;» καί ἀπεχώρησαν μέσα σέ φοβερό κρότο πού ἀκούστηκε σέ ὅλα τά γύρω χωριά, ὥστε πολλοί πῆγαν στό βουνό καί τόν βρῆκαν. Ἄρχισε λοιπόν ὁ ὅσιος νά τούς ψέλνῃ τήν εὐχή ἐνάντια στά πονηρά πνεύματα.