16 Δεκεμβρίου 2020. (Συνέχεια ἐκ τοῦ προηγουμένου)

Ἡ ἱστορία τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφορές καί ἐρωτήματα...

Ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ μᾶς λέγει τό Εὐαγγέλιο· «ἐγέννησε τόν Ἰούδαν καί τούς ἀδελφούς αὐτοῦ». Ὁ Ἰούδας ἦταν ἐκεῖνος πού πρότεινε στούς ἄλλους ἀδελφούς νά μήν σκοτώσουν τόν Ἰωσήφ, ἀλλά νά τόν πουλήσουν. Αὐτός λοιπόν παντρεύτηκε τήν κόρη ἑνός Χαναναίου, ὀνόματι Σαυά, καί ἀπέκτησε τρεῖς υἱούς τόν Ἤρ, τόν Αὐνάν καί τόν Σηλώμ. Ὁ πρῶτος ὁ Ἤρ νυμφεύθηκε τήν Θάμαρ, ἀλλά σύμφωνα μέ τή Γραφή ὁ Γιαχβέ φόνευσε τόν Ἤρ ἐπειδή ἦταν κακός (Γέν. λη΄, 6 κλπ). Ἔτσι κατά τό ἑβραϊκό ἔθιμο τήν Θάμαρ ἔλαβε σύζυγο ὁ δεύτερος υἱός ὁ Αὐνάν, ἀλλά καί αὐτόν ἐφόνευσε ὁ Γιαχβέ ἐπειδή ἐκσπερμάτιζε ἐκτός (ἐξ αὐτοῦ ὁ ὅρος αὐνανισμός). Καί ἐνῶ στή συνέχεια θά ἔπρεπε ἡ Θάμαρ νά λάβῃ σύζυγο τόν τρίτο υἱό τοῦ Ἰούδα τόν Σηλώμ, αὐτό ὁ Ἰούδας δέν τό ἐπέτρεψε φοβούμενος μήν πεθάνῃ καί αὐτός. Ἔτσι ἡ Θάμαρ μηχανεύτηκε νά παρουσιαστῇ στό πεθερό της σέ μία ἔξοδό του ὡς πόρνη προκειμένου νά συνευρεθῇ μαζί του, γεγονός πού τό πέτυχε. Ὄταν ὁ Ἰούδας διαπίστωσε ὅτι ἡ Θάμαρ ἦταν ἔγκυος ἀποφάσισε νά τή φονεύσῃ. Ἐκείνη τοῦ ὁμολόγησε ὅτι κυοφοροῦσε ἀπό ἐκεῖνον. Πρό αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ὁ Ίούδας ἀνακάλεσε τήν ἀπόφασή του καί ἔτσι ἀπέκτησε ἐκ τῆς νύφης, τούς δίδυμους υἱούς του Φαρές καί Ζαρά. Σύμφωνα καί μέ τή Βίβλο γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ίούδας εἶναι πατέρας τοῦ Φαρές καί πρόγονος τοῦ Βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ Δαβίδ.

Στή συνέχεια ἀναφέρονται ἄλλα ὀνόματα καί μετά τό Εὐαγγέλιο γράφει ὅτι ὁ «Σαλμών ἐγέννησε τόν Βοόζ ἐκ τῆς Ῥαχάβ». Ποία λοιπόν ἦταν ἡ Ῥαχάβ; Ἡ (Ῥαάβ) Ῥαχάβ ἦταν πρίν μία ἁμαρτωλή γυναίκα. Μία πόρνη πού ζοῦσε στήν Ἰεριχώ καί ἔπαιξε σπουδαῖο ῥόλο στήν κατάληψή της ἀπό τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῇ καί τούς στρατιῶτες του, καλύπτοντας τούς κατασκόπους τοῦ Ἰσραήλ (Ἰησοῦς τοῦ Ναυῇ, 6, 17).

Στή συνέχεια τό Εὐαγγέλιο ἀναφέρει ὅτι· «Βοόζ δέ ἐγέννησε τόν Ὠβήδ ἐκ τῆς Ῥούθ». Γιατί αὐτή ἡ ἀναφορά; Ἡ Ρούθ εἶναι Βιβλικό πρόσωπο. Ἡ ἀφήγηση τῆς ζωῆς τῆς Ρούθ γίνεται στό ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Ρούθ ἦταν Μωαβίτισσα πού διέμενε στή Βηθλεέμ. Ἐξαιτίας τῆς ὁσίας ἀγάπης πού ἔτρεφε γιά τήν πεθερά της Νωεμίν, ἡ Ρούθ παρέμεινε μαζί της ἀκόμη καί μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου της Μααλών. Ἀργότερα, ὅταν ἕνας πλησιέστερος συγγενής ἀρνήθηκε νά τήν παντρευτῇ μέσω ἀνδραδελφικοῦ γάμου, ἕνας ἄλλος συγγενής, ὁ Βοόζ, ἀνέλαβε αὐτή τήν εὐθύνη. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ Ρούθ ἔγινε μητέρα τοῦ υἱοῦ τοῦ Βοόζ Ὠβήδ καί πρόγονος (προμάμμη) τοῦ Βασιλιᾶ Δαβίδ καθώς ἐπίσης καί τοῦ Χριστοῦ (Βιβλίο Ρούθ στήν Π.Δ.).

Στή συνέχεια τό Εὐαγγέλιο ἀναφέρει ὅτι· «Δαβίδ δέ ὁ βασιλεύς ἐγέννησε τόν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου». Γιατί αὐτή ἡ ἀναφορά; Ποῖος ὁ λόγος νά ἐπιλέξη ὁ Θεός ὡς πρόγονο τοῦ Χριστοῦ τόν Σολομῶντα πού προῆλθε ἐκ τοῦ γάμου τοῦ Δαβίδ μετά τῆς χήρας τοῦ Οὐρίου; Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Δαβίδ εἶχε πολλές γυναῖκες καί ἔκανε πολλά παιδιά. Ὅπως ἀναφέρεται στό Γ΄ Βασιλειῶν στή Χεβρών ἔκανε ἕξι (6) παιδιά· «Καί ἐτέχθησαν τῷ Δαβίδ υἱοί ἐν Χεβρών καί ἦν ὁ πρωτότοκος αὐτοῦ Ἀμνών τῆς Ἀχινόομ τῆς Ἰεσραηλίτιδος καί ὁ δεύτερος αὐτοῦ Δαλουΐα τῆς Ἀβιγαίας τῆς Καρμηλίας καί ὁ τρίτος Ἀβεσσαλώμ υἱός Μααχά θυγατρός Θολμί βασιλέως Γεσίρ καί τέταρτος Ὀρνία υἱός Φεγγίθ καί πέμπτος Σαβατία τῆς Ἀβιτάλ καί ἕκτος Ἰεθεραάμ τῆς Αἰγλά γυναικός Δαβίδ» (Βασιλειῶν Β΄ Κεφ. γ΄, 1-5).

Τά ἐρωτήματα αὐτά θά ἀπαντηθοῦν στήν ἑπόμενη δημοσίευση τῆς 18/12/2020.