Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς IE΄ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (τοῦ Ζακχαίου)

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ Ἰησοῦς τήν Ἱεριχώ· Καὶ ἰδοὺ, ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος· καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος· καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι· καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες ἅπαντες διεγόγγυζον, λέγοντες· Ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς· καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν· ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός (Λουκ. ιθ΄, 1-10).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή μᾶς διηγεῖται τή συνάντηση τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ μέ τόν πλούσιο ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό μία τεράστια μεταβολή μέσα του, ἀποφάσισε νά γνωρίσῃ τό Χριστό. Ὁ Χριστός βέβαια, ὡς Θεάνθρωπος, ὄχι μόνο γνώριζε ὅτι τόν ἀναζητᾶ ὁ Ζακχαῖος καί ἔψαχνε νά βρῇ ἐκεῖνον πού τόν ἀναζητᾶ, ἀλλά γνώριζε καί τό ὄνομά του. Ζακχαῖε, τοῦ φώναξε, ὅπως φωνάζει ὁ Ποιμένας ὁ καλός τά πρόβατά του· «ὁ ποιμήν ὁ καλός (ὅς) τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι΄, 11).
Ὁ Ζακχαῖος πού ἦταν ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν τελωνῶν τῆς πόλης, ἦταν πολύ πλούσιος, πιθανώτατα λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός του καί προφανῶς εἶχε διαπράξει πολλά ἀδικήματα, κατά τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων, καταδυναστεύοντας τόν πτωχό λαό.
Ὅμως, δὲν ἀναπαυόταν. Ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, τόν ἤλεγχε καί ζητοῦσε εὐκαιρία νά λυτρωθῇ καί «ἐζήτει τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν». Ἀλλά καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θέλει· «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», τοῦ ἐνέβαλε στήν ψυχή τήν καλή ἀνησυχία γιά τὸν ἑαυτό του καί ἄρχισε νὰ ἐπεξεργάζεται τό μυστήριο τῆς μετάνοιας του.
Θέλει λοιπόν ὁ Ζακχαῖος νά δῇ, τὸ Χριστό, ἀλλὰ ὁ ὄχλος τόν ἐμποδίζει, γιατί «τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν», δηλαδή ἦταν κοντούλης. Τίποτε ὅμως δέν σταματᾶ ἕναν ἄνθρωπο πού θέλει καί ἐπιθυμεῖ κάτι πολύ. Πού ἔχει πνευματική δίψα νά λυτρωθῇ ἀπό τήν ἁμαρτία. Τρέχει μπροστά καὶ ἀνεβαίνει πάνω σέ μία μουριά, γιατί ἀπ᾿ ἐκεῖνο τό σημεῖο θά διερχόταν ὁ Κύριος. Τίποτε δέν τόν ἐμποδίζει. Οὔτε ἡ ντροπή, οὔτε ὁ κοινωνικὸς περίγυρος, οὔτε οἱ ἐπισημότητες, οὔτε τά σχόλια τῶν ἄλλων.
Ἀπό ἐκεῖ ἀντίκρυσε τό πρόσωπο τοῦ Λυτρωτοῦ. Ἀπό ἐκεῖ μακριά ἀπό τά ἐμπόδια τῆς ζωῆς μποροῦμε ὅλοι μας νά δοῦμε τό Χριστό, νά ἔλθῃ στό σπίτι μας καί νά σώσῃ ἐμᾶς καί τήν οἰκογένειά μας, ἐκπληρώνοντας τόν πόθο μας. Ἔχουμε ὅμως τέτοιον πόθο; Γιατί εἶναι σίγουρο, ὅτι ἄν ἔχουμε τέτοιον πόθο, ὁ παντογνώστης Θεός θά ἐκπληρώσῃ καί τή δική μας ἐπιθυμία καί θά ἀξιωθοῦμε ὅλες τίς εὐλογίες του. Καμία ψυχή πού θά φιλοξενήσῃ τό Δεσπότη δέν μένει χωρίς ἔλεος, εὐσπλαγχνία καί σωτηρία. Καί μήν μᾶς φανοῦν δύσκολα τά ἑπόμενα αὐτῆς τῆς συνάντησης. Οὔτε ἡ μεταβολή στή ζωή τοῦ Ζακχαίου, οὔτε ἡ ἀληθινή του μετάνοια, οὔτε ἡ ἐπιστροφή τῶν χρημάτων τῆς ἀδικίας, οὔτε τό μοίρασμα στούς πτωχούς, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ὅλα ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς συνάντησης μέ τό Χριστό. Μίας συνάντησης πού πρέπει νά εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς κάθε χριστιανοῦ καί ὄχι κεκτημένο καί αὐτονόητο δικαίωμα. Εἶναι μία συνάντηση πού ἔρχεται μετά ἀπό πολύ ἀγῶνα, μετά ἀπό πολύ κόπο, πόνο καί ἄφθονα δάκρυα. Δάκρυα, γιατί μόνο μέσα ἀπό αὐτά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σκύψῃ τό κεφάλι, νά γνωρίσῃ τόν ἑαυτό του καί νά ἀπολογηθῇ μέ εἰλικρίνεια γιά τίς ἀδυναμίες καί τά πάθη του. Καί αὐτό ἔκανε ὁ Ζακχαῖος.
Στάθηκε, ὡς πραγματικός κατηγορούμενος ἀπέναντι στόν μεγάλο κριτή - Χριστό καί δέν δικαιολογήθηκε καθόλου, δέν σήκωσε τά μάτια ψηλά, ἀλλά ἀπολογήθηκε κανονικά. Ἔβγαλε, ὅπως λέμε τά «ἐσώψυχά του». Σταθείς λέει τό Εὐαγγέλιο, τί σημαίνει σταθείς; Σημαίνει τόν τρόπο συμπεριφορᾶς του. Σταθείς ὁ Φαρισαῖος, σταθείς καί ὁ Ζακχαῖος, ἀλλιῶς ὁ ἕνας, ἀλλιῶς ὁ ἄλλος. Ὀ ἕνας μέ ἐγωϊσμό, ὁ ἄλλος μέ ταπείνωση κλπ. Σταθείς, ὁ Ζακχαῖος πῆρε ὄχι μόνο τήν ἀπόφαση γιά ἀλλαγή, ἀλλά καί γιά ἄμεση ὑλοποίησή της. Τά μισά τά δίνω... Τώρα, ὄχι αὔριο, ὄχι κάποτε ὄχι μετά θάνατο, τώρα! Ἀδελφέ μου, ἀδελφοί μου. Ἐμεῖς εἴδαμε τό Χριστό; Ὅλοι μας πρέπει νά προσπαθήσουμε πολύ γιά νά ἀξιωθοῦμε νά τόν δοῦμε. Ἀμήν!