Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς ΙΣΤ΄ Κυριακῆς τoῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθείς πρός ἑαυτόν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καί ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δίς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καί ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς οὐκ ἤθελεν οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἢ γάρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται (Λουκ. ιη΄, 9-14).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Μπήκαμε ἤδη ἀγαπητοί ἀδελφοί στήν περίοδο τοῦ Τριωδίου, πού ξεκινάει ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου καί φθάνει μέχρι τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Σαββάτου. Εἶναι περίοδος κατανύξεως καί προοδευτικῆς προετοιµασίας γιά τό Ἅγιο Πάσχα καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της, ἀπό τό ὁποῖο παίρνει καί τό ὄνοµά της, εἶναι ὅτι κατά τήν περίοδο αὐτή οἱ Κανόνες πού ἀπαρτίζουν τίς καθηµερινές ἀκολουθίες ἀποτελοῦνται ἀπό τρεῖς ὠδές καί ὄχι ὀκτώ, ὅπως συµβαίνει µέ ὅλους τούς ὑπόλοιπους Κανόνες. Τί εἶναι οἱ ὠδές; Εἶναι ὁμάδες ἀπό τέσσερα ὡς πέντε ἤ καί περισσότερα τροπάρια, πού ψάλλονται ὅλα μέ τόν ἴδιο τρόπο. Στήν πραγματικότητα τήν ὀνομασία «Τριώδιο» ἔλαβε ἀπό τήν ἀρχική δημιουργία τῶν τροπαρίων τῶν Κανόνων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἀπό τόν μέγα ποιητή τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιο Κοσμᾶ τό Μελωδό. Ἀργότερα ἐπί Λέοντος τοῦ σοφοῦ ἐποιήθη «Τετραώδιο» τό ὁποῖο καταχρηστικῶς ὠνόμασαν «Τριώδιο».
Ἡ πρώτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου εἶναι ἀφιερωμένη στή διδακτική παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, τήν ὁποία ὁ Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου νά διδάξῃ τή θεοφιλῆ ἀρετή τῆς ταπεινώσεως καί νά στηλιτεύσῃ τήν ἑωσφορική ἔπαρση. Ὁ Φαρισαῖος ἐκπροσωπεῖ τήν ὑποκρισία, ἐνῶ ὁ Τελώνης τήν ἀδικία καί τήν ἁμαρτωλότητα. Ἄνθρωποι δύο, λέγει ἡ παραβολή μέ σκοπό τή σύγκριση, ἐπειδή ὁ καθένας ἀπό τούς δύο ἀντιλαμβάνονται διαφορετικά τή θρησκευτική πνευματικότητα καί λατρεία. Οἱ δύο αὐτοί ἄνθρωποι ἀντιπροσωπεύουν ὁλόκληρο τό χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ὅλοι μας ἀνήκουμε σέ κάποιον ἀπό τούς δύο αὐτούς τύπους.
Ὁ πρῶτος ἀνεβαίνει στό ἱερό ὡς ἱκέτης καί ἀντί προσευχῆς καί ἐλέους, ἀντί νά ζητήσῃ συμπάθεια γιά τίς ἁμαρτίες του, γίνεται κριτής, γιά ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, χαρακτηρίζοντας πάντας ἅρπαγες, ἄδικους, πλεονέκτες, πόρνους, βέβηλους, μοιχούς, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀπαριθμεῖ τίς ἀρετές του καί μέ προκλητικό τρόπο ἀπαιτεῖ ἀπό τό Θεό νά τόν ἐπιβραβεύσῃ.
Ὁ Φαρισαῖος βλέπει τά πράγματα μέ ὑπεροψία. Μέ μία θά λέγαμε πνευματική πρεσβυωπία βλέπει καλά τά μακρινά, τά κοντινά ὅμως δέν τά βλέπει, τά βλέπει πολύ θολά. Ταῦτα πρός σευατόν προσηύχετο. Προσεύχεται στόν ἑαυτό του, ὄχι μέ τόν ἑαυτό του, ἀλλά πρός τόν ἑαυτό του καί ἐκεῖ βρίσκει πλήρη ἀνταπόκριση, αὐτός πού δέν ἐρεύνησε ποτέ τόν ἑαυτό του. Ἔχει ἀκόμη τήν αἴσθηση ὅτι καί ὁ Θεός τόν θαυμάζει. Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς δέν προσεύχεται, ἀλλά βρίσκει τήν εὐκαιρία νά πῆ στό Θεό καί στόν ἑαυτό του ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπό τούς ἄλλους. Αὐτός δικαιώνει τόν ἑαυτό του. Δέν χρειάζεται ἐξομολόγηση, γιατί δέν ἔκανε καμία ἁμαρτία. Εἶναι φορτικός (νάρκισσος) καί ἄνους (ἄμυαλος).
Τρεῖς τύποι ἀνθρώπων ὑπάρχουν. Ὁ Θερμός, ὁ ψυχρός καί ὁ χλιαρός. Χλιαρός τύπος εἶναι ὁ Φαρισαϊκός, γιά τόν ὁποῖο λέγει ὁ Θεός «θά σέ ξεράσω». Ἔτσι χαρακτήρισε ὁ Χριστός τούς Φαρισαίους «τυφλούς, τάφους κεκονιασμένους». Καί ἀπέξω φαίνεσθε ὡραῖοι μέσα εἶσθε ὅλο βρωμιά. Πολλοί εἶναι πού νομίζουν ὅτι τά ξέρουν ὅλα, ὅτι δέν ἔκαναν ποτέ κανένα ἁμάρτημα. Μιλοῦν γιά εὐσέβεια, Παράδοση, Ὀρθοδοξία καί καπηλεύονται τούς πάντες. Εἶναι ὅμως πνευματικά νεκροί.
Περιγράφει μέ κάθε λεπτομέρεια πόση ἐλεημοσύνη δίνει, πόσο νηστεύει, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὁ Φαρισαῖος εἶναι χωρισμένος ἀπό τό Θεό κατά τά λόγια τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα· «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται», ἀλλά καί «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», καθώς ἐπίσης καί τά· «Μή καυχάσθω ὁ σοφός ἐν τῇ σοφία του, μηδέ ὁ δυνατός ἐν τῇ δυνάμει του, μηδέ ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ».
Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος, δέν εἶναι παράδειγμα γιά μίμηση ἀλλά γιά ἀποφυγή, ἀφοῦ ὅταν προσευχόμαστε πρέπει νά ἀφήνουμε κάθε πάθος ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας, νά τούς συγχωροῦμε, ἀκόμη καί ἄν μᾶς ἔβλαψαν καί νά μήν καταφρονοῦμε τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ γιά τά ὁποῖα ὁ Κύριος εἶναι οἰκτίρμων καί ἐλεήμων καί γιά τοῦτο ἀνατέλλει τόν ἥλιον ἐπί δικαίων καί ἀδίκων.
Ὁ τρόπος προσευχῆς τοῦ Φαρισαίου εἶναι λανθασμένος. Ἡ προσευχή του, ὄχι μόνο δέν ἔγινε δεκτή, ἀλλά σώρευσε στόν ἑαυτό του περισσότερο κρίμα, ἐξαιτίας τῆς ἐγωπάθειάς του καί τῆς διεστραμμένης καί δαιμονιώδους θά λέγαμε ἀλύτρωτης πνευματικότητας.
Γενικά θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὁ τύπος τοῦ Φαρισαίου μοιάζει μέ ἕνα θησαυρό πού εἶναι συλημένος (κλεμμένος, λεηλατημένος, ληστευμένος, ἁρπαγμένος κλπ) ἀπό τό διάβολο.
Ὁ δεύτερος συναισθάνεται τή δεινή του κατάσταση καί μέ ἀληθινή ταπείνωση ζητεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Σκέπτεται ὅτι θά μολύνῃ τούς ἄλλους μέ τήν παρουσία του καί λέγει· «Κύριε ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ταπεινώθηκε ἀληθινά καί ἀληθινά προσεύχεται. Ντρέπεται νά σηκώσῃ τά μάτια του στόν οὐρανό. Αὐτή ἡ μετάνοιά του τόν δικαιώνει μπροστά στό Θεό.
Γίνεται δεκτή ἡ προσευχή του, σέ ἀντίθεση μέ τόν ὑποκριτή Φαρισαῖο. Ὁ τύπος αὐτός δέχεται τό ἄγγιγμα τοῦ Ὑψίστου στήν καρδιά του, ἀλλοιώθηκε, πυρπολήθηκε καί ἀρχίζει ἡ ἀντίστροφη μέτρηση, ὅπως σέ Ζακχαῖο, Σαμαρείτιδα καί στό ληστή.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν νά εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου στή διδακτική αὐτή παραβολή τοῦ Κυρίου γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν μεταπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί πώς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀγιάτρευτη ρίζα τοῦ κακοῦ, ἐμπόδιο γιά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, καί τό χειρότερο ἐμπόδιο γιά τή σωτηρία μας.
Στήν ὑπέροχη καί διδακτική ὑμνωδία τῆς ἡμέρας αὐτῆς ψάλλουμε: «Μή προσευξόμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί, ὁ γάρ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διά νηστείας κράζοντες· Ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεός τοῖς ἁμαρτωλοῖς».
Τά τρία κατανυκτικά τροπάρια, τά ὁποῖα ψάλλουμε ἀμέσως μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου, δανείζονται εἰκόνες, λέξεις, ἐκφράσεις καί θεματολογία ἀπό τίς τρεῖς εὐαγγελικές περικοπές τῶν πρώτων Κυριακῶν τοῦ Τριωδίου ἀντιστοίχως, γιά νά μᾶς περιγράψουν τό μεγάλο γεγονός τῆς προσωπικῆς μετανοίας μας.
Τό πρῶτο ἐμπνέεται ἀπό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὅτι· «ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι», ὁ ἕνας Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος Τελώνης. Αὐτή ἡ πορεία πρός τόν ναό διαφαίνεται μέσα ἀπό τίς λέξεις πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος· «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γάρ τό πνεῦμά μου, πρός ναόν τόν ἅγιόν σου, ναόν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνω σου ἐλέει».
Ἡ λέξη μετάνοια παράγεται ἀπό τό ρῆμα «μετανοῶ» (μετά + νοῶ), πού σημαίνει μεταβάλλω τρόπο νοήσεως, σκέψεως. Ἐπειδή, ὅμως, ὅπως σκεπτόμαστε, ἔτσι καί ζοῦμε, ἀλλάζοντας τρόπο σκέψεως ἀλλάζουμε ταυτόχρονα καί τρόπο ζωῆς.
Ἑπομένως, μετάνοια σημαίνει ἀλλαγή τρόπου σκέψεως καί ζωῆς. Ζητᾶμε νά μᾶς ἀνοίξῃ ὁ Κύριος «πύλας» καί ὄχι «πύλη», γιατί μέ αὐτό δηλώνεται ἡ πολλαπλότητα τῶν ἐπιλογῶν μας. Μποροῦμε νά σωθοῦμε μέ πολλούς τρόπους, συμβατούς ὅμως μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
Τό δεύτερο τροπάριο βασίζεται στό ιε΄ κεφάλαιο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου τό ὁποῖο περιγράφει τήν παραστατικότατη καί πνευματικότατη παραβολή τοῦ Ἀσώτου καθώς λέγει.: «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοί τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γάρ κατερρύπωσα, τήν ψυχήν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τόν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας». Καί ἐδῶ ζητᾶμε ἀπό τόν Κύριο νά μᾶς δώσῃ «τρίβους», δηλαδή σωτήριες ἐμπειρίες καί ὄχι «τριβή», δηλαδή ἕναν καί αὐστηρά συγκεκριμένο τρόπο πορείας.
Καί τέλος, τό τρίτο τροπάριο ἐμπνέεται ἀπό τήν τρίτη κατά σειράν Κυριακή, τήν Κυριακή τῆς Κρίσεως.: «Τά πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλά θαρρῶν εἰς τό ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυῒδ βοῶ σοι· Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατά τό μέγα σου ἔλεος».
Ἡ Κυριακή λοιπόν τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, διδάσκει τή μεγάλη ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης. Ὅποιος εἶναι ταπεινός, ἐκεῖνος εἶναι καί πρᾶος. Ἔχει λοιπόν ὁ ταπεινός τούς δύο χαρακτῆρες τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν πραότητα καί τήν ταπείνωση· «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. ια΄ 29).
Καί ἀλλοῦ, προκειμένου νά δείξῃ ποῦ κατοικεῖ καί ποῦ ἀναπαύεται καί ὅτι αὐτός ὁ τόπος εἶναι ἠ καρδιά τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου, λέγει· «Καί ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί τρέμοντα τούς λόγους μου;» (Ἡσαΐου ξστ΄, 2).
Ὁ Τελωνισμός καί ὁ Τελωνικός στεναγμός, εἶναι μία πραγματική καί εἰλικρινής κατάσταση αὐτογνωσίας καί μία ὁδός πού ὁδηγεῖ στή μετάνοια καί στή διόρθωση. Δέν τό λέω, τό νιώθω, τό ἐννοῶ. Εἶναι μία ἀφανής προκοπή. Μία αὐτομεμψία. Μία γνώση ἑαυτοῦ. Μία Ὀρθόδοξη στάση. Μία συνειδητοποίηση τῆς ἁμαρτίας πού ζητᾶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Διδάσκει ὅμως ἡ σημερινή παραβολή καί τόν τεράστιο κίνδυνο τῆς ὑπερηφανείας. Τοῦ ὑπερηφάνου ἡ καρδιά οὐδέποτε ἔχει ἀνάπαυση, γαλήνη, ἠρεμία, ἐπειδή δέν ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ· «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Παροιμ. γ΄, 34).
Ὁ ὑπερήφανος καταφρονῶν τῆς διακρίσεως τό χάρισμα, γίνεται μωρός, ἀντάρτης, ἀποστάτης καί τελικά καταφρονεῖται καί ὑπό τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, διότι κανένας δέν μπορεῖ νά σωθῇ χωρίς νά μετανοήσῃ.
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀγιάτρευτη ρίζα τοῦ κακοῦ, ἐμπόδιο γιά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, καί τό χειρότερο ἐμπόδιο γιά τή σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο, κατέβη οὗτος (ὁ Τελώνης) δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον του, παρά ἐκεῖνος (ὁ Φαρισαῖος)· διότι καθένας πού ὑψώνει τόν ἑαυτό του, θά ταπεινωθῇ, ἐνῶ αὐτός πού ταπεινώνει τόν ἑαυτό του θά ὑψωθῇ.
Πρέπει λοιπόν νά ξεχωρίσουμε τήν πραγματική εὐσέβεια ἀπό τόν εὐσεβισμό. Εὐσέβεια εἶναι ἡ ἁγνή, ἄδολη καί ἀνιδιοτελής ἐπιτέλεση τῶν ἀρετῶν, πού εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεώς του μέ τό Χριστό.
Εὐσεβισμός εἶναι ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου, ὡς δικαίου, πού ἔχει μερικές ἐπιφανειακές ἀρετές καί κάνει μερικά ἐξωτερικά ἔργα πρός «τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», πού γίνονται στήν προσπάθειά του νά προβληθῇ.
Εἴθε πάντες νά ζοῦμε τό ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς μετανοίας, ὥστε νά ἀπολαύσουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.