Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς Α΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (Τῆς Ὀρθοδοξίας)

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τήν Γαλιλαίαν· καί εὑρίσκει Φίλιππον, καί λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. Ἦν δέ ὁ Φίλιππος ἀπό Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καί Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τόν Ναθαναήλ, καί λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ Προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ, τόν ἀπό Ναζαρέτ. Καί εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καί ἴδε· Εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τόν Ναθαναήλ ἐρχόμενον πρός αὐτόν καί λέγει περί αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῷ· Πρό τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπό τήν συκῆν εἶδόν σε. Ἀπεκρίθη Ναθαναήλ, καί λέγει αὐτῷ· Ῥαββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι· Εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. Καί λέγει αὐτῷ· Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν· Ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεῳγότα, καί τούς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας, καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου (Ἰωάν. α΄ 44 - 52).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ὅταν ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς θέλησε νά ἔλθῃ στή Γαλιλαία, γιά νά καλέσῃ τούς πρώτους μαθητές του, βρῆκε ἐκεῖ καί τόν Φίλιππο, τόν καταγόμενο ἀπό τή Βηθσαϊδά, τήν πόλη Ἀνδρέου καί Πέτρου, τούς ὁποίους πρίν ἀπό λίγο τούς εἶχε κάνει μαθητές του.
Ὁ Φίλιππος ἐρευνοῦσε μετά πόθου τίς Γραφές καί ποθοῦσε πολύ νά δῇ τόν ἀναμενόμενο Μεσσία, νά δῇ τόν καταγόμενο ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰούδα «σκύμνο = νεογνό λεαίνης» πού θά συνέτριβε τό σκληρό ζυγό κάτω ἀπό τόν ὁποῖο στέναζε ὁ Ἰσραηλητικός λαός.
Καί ὅταν εἶδε ἐκείνη τήν ἡμέρα τό Σωτῆρα, πίστευσε ἀμέσως, ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο πρό πολλοῦ ἀνέμενε καί διά τοῦτο ὅταν ὁ Ἰησοῦς τοῦ ζήτησε νά τόν ἀκολουθήσῃ, πρόθυμα ὑπάκουσε καί τόν ἀκολούθησε. Δέν θέλει ὅμως, ἀπό ἀγάπη, νά κατέχῃ μόνος του, τόν μέγα θησαυρό πού βρῆκε, ἀλλά ἐπιθυμεῖ, νά κάνῃ συμμέτοχό του καί τό φίλο του Ναθαναήλ.
Τόν ζήτησε, τόν βρῆκε καί τοῦ εἶπε· «Ὅν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τόν Υἱόν τοῦ Ἰωσήφ ἀπό τή Ναζαρέτ» (Ἰωάν. α΄,46). Υἱό τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ ὀνόμαζαν οἱ Ἰουδαῖοι τόν Ἰησοῦ καί νόμιζαν ὅτι κατάγεται ἀπό τή Ναζαρέτ. Στήν ἀμφιβολία τοῦ Ναθαναήλ ὁ Φίλιππος ἀπαντᾶ «Ἔρχου καί ἴδε».
Ὅταν ὁ Χριστός τόν καλωσόρισε λέγοντας· «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι», ἀρχικά ἀπορεῖ καί μετά, ὅταν ὁ Κύριος τοῦ φανερώνει πράγματα πού κανένας ἄλλος δέν θά μποροῦσε νά γνωρίζῃ, τότε ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτός πού τοῦ μιλάει εἶναι καρδιογνώστης, πού γνωρίζει τά πάντα καί δέν εἶναι ἁπλός ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό μετά μεγάλης πίστεως ἀναφωνεῖ· «Ραββί, σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».
Εἶναι πολύ σημαντικά ὅλα ὅσα εἰπώθηκαν σέ ἐκείνη τήν συζήτηση. Ὅμως, αὐτή ἦταν μόνο ἡ ἀρχή. Τά σπουδαιότερα θά ἔλθουν ἀργότερα, ὅταν θά δῇς, τοῦ λέγει ὁ Χριστός, μεγάλα θαύματα, ἀκόμη καί αὐτόν τόν οὐρανό ἀνοιγμένο καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας πρός διακονία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἡμέρα αὐτή λοιπόν προσφέρεται, ὡς ἕνας συνεχής ἀγῶνας κατά τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους κατά τῆς ἀληθείας, ἀφοῦ ἀκόμη καί σήμερα, ὄχι μόνο πολλοί ἀπορρίπτουν τήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀλλά δυστυχῶς καί ὁλόκληρο τό οἰκοδόμημα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Ἡ πρώτη Κυριακή τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀφιερωμένη στή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας καί ὅλων τῶν αἱρέσεων. Πρίν ἀπό δώδεκα περίπου αἰῶνες ἐπί ἑκατό χρόνια ἀναστατώθηκε ἡ χριστιανοσύνη γιά τό ζήτημα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἡ ἀφορμή καί τό πρόσχημα ἦταν ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ αἵρεση ὅμως εἶχε βαθύτερες ρίζες, πού κατά τόν Ἅγιο Θεόδωρο τό Στουδίτη ἦταν «ἡ ἐναντίωση κατά τῆς ἀληθείας καί ὁ ἐπηρεασμός τῶν ἀστήρικτων ψυχῶν εἰσερχομένης διά τῆς πλάνης», ἀπέβλεπε δηλαδή σέ μιά γενική ἀνατροπή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦταν μιά ἀτυχής ἀνάμιξη τοῦ Κράτους στά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, σάν ἐκεῖνες πού πολλές φορές δυστυχῶς ἔγιναν στήν Ἱστορία, ἐξαιτίας τῶν ὁποίων πάντα ἡ Ἐκκλησία ἐπλήρωσε ξένες ἁμαρτίες. Ἡ εἰκονομαχία, ἦταν μιά ἀπό τίς πιό δραματικές περιπέτειες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν τό Κράτος ἦλθε σέ σύγκρουση μαζί της. Φανερά μέν ἦταν τό ζήτημα τῶν εἰκόνων, στήν οὐσία ὅμως, τό Κράτος ἤθελε μιά ριζικώτερη ἀλλαγή καί μεταρρύθμιση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Στό τέλος νίκησε πάλι ἡ Ἐκκλησία καί ἐπικράτησε ἡ ὀρθή πίστη. Πάντα ἡ Ἐκκλησία νικᾶ, ὅταν ἀγωνίζεται γιά τά δίκαια τοῦ Θεοῦ. Σ’ ἐκείνη λοιπόν τή νίκη καί γενικά στούς ἀγῶνες καί στό θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή ἑορτή.
Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι ἡ πολύτιμη κληρονομιά τῶν Πατέρων μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά τό ἔχωμε καύχηση πώς εἴμαστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί νά τό θεωροῦμε ἱερώτατο χρέος μας νά φυλᾶμε καί νά ὑπερασπίζουμε τήν Ὀρθοδοξία μας.
Ὁ Χριστός τό εἶπε καθαρά στούς Ἀποστόλους, ὅτι «Ἐάν κατεδίωξαν ἐμέ, θὰ καταδιώξουν καί ἐσᾶς». Οἱ καλύτερες καί οἱ ἐνδοξότερες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ἡμέρες τῶν διωγμῶν. Τό ὀδυνηρό εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τίς περισσότερες φορές δέν διώκεται τόσο, ἀπό τήν εἰδωλολατρεία, ἀλλά ἀπό τούς ἴδιους τούς χριστιανούς.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἑνώνει, ἀλλά καί χωρίζει. Μᾶς ἐνώνει μέ ὅσους ἔχουμε τήν ἴδια πίστη μέ τήν Ἐκκλησία καί μᾶς χωρίζει μέ ὅσους ἀποκλίνουν ἀπό ὅσα ὁ Χριστός, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους μᾶς παρέδωσαν. Ὁ κόσμος πραγματικά καλυτερεύει, ὅταν μέσα μας ριζώνη ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἑδραιώνεται ἡ ἀληθινή πίστη. Γιατί ἡ πίστη δέν εἶναι μιά θεωρητική γνώμη, ἀλλά ἡ δύναμη μέσα μας, πού μᾶς ἀνεβάζει στόν οὐρανό.
Ἑορτάζοντας καί σήμερα τή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας καί ὅλων τῶν αἱρέσεων, εἶναι εὐκαιρία νά ἀνανεώσουμε τήν ὑπόσχεση, ὅτι δέν θά ἀρνηθοῦμε ποτέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας.
Οἱ ὕμνοι τῆς σημερινῆς μεγάλης ἡμέρας, οἱ πανηγυρικές λειτουργίες σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Ναούς, ἡ ἀνάγνωση τοῦ «Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας», καθώς καί οἱ θριαμβευτικές λιτανεῖες τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἐντός ἤ καί ἐκτός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες πρωτεύουσα θέση ἔχει ἡ «Ἄχραντος» Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία καλούμαστε νά προσκυνήσουμε μέ πίστη βαθειά καί μέ διάθεση εἰλικρινοῦς μετανοίας, προσδίδουν στήν ἑορτή αὐτή ἕνα ξεχωριστό τόνο πνευματικῆς χαρᾶς καί εὐφροσύνης πού ἰδιαίτερα ἔχει ζυμωθεῖ μέ τή ζωή καί τήν παράδοση τοῦ λαοῦ μας.
Ἡ προσήλωση στήν Ὀρθοδοξία καί στή διδασκαλία της σημαίνει τήν ὑποχρέωση νά παραμένουμε ἀφοσιωμένοι σταθερά καί ἀμετακίνητα στά δόγματα καί στίς Παραδόσεις. Σημαίνει ἐπίσης, τή βίωση τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς ὀρθοπραξίας καί τοῦ δόγματος ὡς τρόπου ζωῆς.
Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πολιτεία τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων. Τό κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἡ παράδοση τῶν Ἀποστόλων, ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἡ θεία λατρεία, ἡ εἰκονογραφία, ἡ ψαλμωδία, ἡ νηστεία, ἡ μετάνοια, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ θεία μετάληψη καί πολλά ἄλλα πού συντελοῦνται μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀμήν.