Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς B΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (Γρηγορίου Παλαμᾶ)

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναούμ· καί ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καί εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδέ τά πρός τήν θύραν· καί ἐλάλει αὐτοῖς τόν λόγον. Καί ἔρχονται πρός αὐτόν παραλυτικόν φέροντες, αἰρόμενον ὑπό τεσσάρων. Καί μή δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διά τόν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τήν στέγην ὅπου ἦν, καί ἐξορύξαντες χαλῶσι τόν κράβαττον, ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικός κατέκειτο. Ἰδών δέ ὁ Ἰησοῦς τήν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἦσαν δέ τινες τῶν Γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καί διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· Τί οὗτος οὕτως λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἰ μή εἷς, ὁ Θεός; Καί εὐθέως ἐπιγνούς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι οὕτω διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι· ἢ εἰπεῖν· Ἔγειραι, καί ἆρόν σου τόν κράβαττον, καί περιπάτει; Ἵνα δέ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπί τῆς γῆς ἁμαρτίας· (λέγει τῷ παραλυτικῷ·) Σοί λέγω, ἔγειραι, καί ἆρον τόν κράβαττόν σου, καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκόν σου. Καί ἠγέρθη εὐθέως, καί ἄρας τόν κράβαττον, ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων· ὥστε ἐξίστασθαι πάντας, καί δοξάζειν τόν Θεόν λέγοντας· Ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν (Μάρκον. β΄ 1 - 12).

Η ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Ἦταν τόσο πολλοί, ὥστε καί τήν εἴσοδο εἶχαν κλείσει καί δέν χωροῦσε νά μπῇ ἄλλος μέσα. Καί μίλαγε καί τόν ἄκουγαν προσεκτικά. Χρειάζεται ἡ προσοχή στό Κήρυγμα καί γιατί; Ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ στήν ἐποχή του ἦταν ἁπλῆ καί κατανοητή, σήμερα χρειάζεται κάποια βοήθεια. Ἄς ἀκούσουμε ὅμως τόν σήμερα ἑορταζόμενο Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ νά δοῦμε πῶς ἐξηγεῖ τό σημερινό Εύαγγέλιο.
Δέν ξεκινᾶ ἐξηγώντας τό κείμενο, ἀλλά ἀπό μία διαπίστωση. Ποία εἶναι αὐτή. Ὅτι ἡ πεμπτουσία τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εἶναι τό· «ἤγγικεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἔφθασε λέγει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ὄχι μόνο ἔφθασε, ἀλλά βρίσκεται καί μέσα μας· «ἡ γάρ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντός ἡμῶν ἐστι» τά ὁποῖα εἶναι λόγια τοῦ Κυρίου.
Καί δέν εἶναι μόνο μέσα μας, ἀλλά σέ λίγο φθάνει περιφανέστατα, γιά νά καταργήσῃ κάθε ἀρχή καί ἐξουσία, νά προσφέρῃ ἀκαταμάχητη δύναμη, ἀδαπάνητο πλοῦτο, ἀναλλοίωτη καί ἄφθαρτη τρυφή, δόξα, ἐξουσία καί δύναμη, μόνο σέ αὐτούς πού ἔχουν ζήσει ἐδῶ κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, αὐτό τό εἰσαγωγικό μέρος τῆς ὁμιλίας του, μέ σκοπό νά τονίσῃ τήν προσοχή πού ἀπαιτεῖται προκειμένου νά ἀποκτήσουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν λέγων. Ἐπειδή λοιπόν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔφθασε καί εἶναι μέσα μας, ἄς κάνουμε τούς ἑαυτούς μας ἀξίους μετανοίας. Ἄς κόψουμε τίς πονηρές προλήψεις. Ἄς ζήσουμε μέ ὑπομονή καί ταπείνωση μιμούμενοι τήν πίστη καί τή διαγωγή τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἄς νεκρώσουμε τά μέλη μας ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, πλεονεξία καί πάθος καί μάλιστα κατά τή διάρκεια αὐτῶν τῶν ἱερῶν ἡμερῶν τῆς νηστείας, ἀκολουθώντας τήν στενή καί θλιμμένη ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή.
Καί στό σημεῖο αὐτό ὁ Ἅγιος Γρηγόριος εἰσέρχεται στήν ἀνάλυση τοῦ Εὐαγγελίου καί προτρέπει τούς ἀκροατές του νά ἀκούσουν μέ σύνεση τά θαυμάσια αὐτά λόγια πού διηγοῦνται τήν ἴαση τοῦ παραλύτου πού πραγματοποιήθηκε ἀπό τόν Κύριο στήν Καπερναούμ.
Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καί λέγει· Ἀπηύθυνε λοιπόν ὁ Κύριος σ’ ὅλους γενικῶς καί χωρίς φθόνο τό λόγο τῆς μετανοίας, τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας, τά λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καί ὅλοι μέν ἤκουαν, ἀλλά δέν ὑπήκουαν ὅλοι· διότι φιλήκοοι μέν καί φιλοθεάμονες εἴμαστε ὅλοι, φιλάρετοι δέ, δέν εἴμαστε ὅλοι.
Πραγματικά εἴμαστε καμωμένοι νά ποθοῦμε πλήν τῶν ἄλλων νά γνωρίζουμε καί τά σχετικά μέ τή σωτηρία, γι’ αὐτό οἱ περισσότεροι ὄχι μόνο ἀκούουν εὐχαρίστως τήν ἱερά διδασκαλία, ἀλλά καί διερευνοῦν τούς λόγους, ἐξετάζοντάς τους κατά τήν ἄποψή του ὁ καθένας, σύμφωνα μέ τήν ἄγνοια ἤ σύνεση πού τόν κατέχει.
Γιά νά φέρουμε ὅμως τούς λόγους σέ ἔργο ἤ καί νά καρπούμεθα ἀπό αὐτούς ὠφέλιμη πίστη, χρειάζεται εὐγνωμοσύνη καί ἀγαθή προαίρεση, ἡ ὁποία δέν εὑρίσκεται εὔκολα καί μάλιστα ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού δικαιώνουν ἑαυτούς καί εἶναι κατά τούς ἑαυτούς τους εἰδήμονες, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι μεταξύ τῶν Ἰουδαίων.
Γι’ αὐτό καί τότε, μένοντας στόν οἶκο ἐκεῖνο, ἤκουσαν τό λόγο κι’ ἔβλεπαν τά τελούμενα θαύματα, ἐβλασφημοῦσαν ὅμως περισσότερο, παρά ἐπαινοῦσαν τόν διά τῶν ἔργων καί λόγων εὐεργέτην.
Ὅταν λοιπόν ἐδίδασκε ὁ Κύριος, ἦλθαν κάποιοι φέροντες ἕναν παραλυτικό καί μή μπορώντας νά τόν πλησιάσουν λόγῳ τοῦ πλήθους, ξεσκέπασαν τή στέγη καί ἀνοίγοντας τρύπα τόν κατέβασαν μέ τό κρεββάτι του. Νομίζω ὅτι αὐτοί δέχθηκαν νά τό κάνουν, παρακινούμενοι ἀπό τήν ἐλπίδα καί τήν πίστη τοῦ παραλυτικοῦ. «Ἀφοῦ εἶδε» λέγει, ὁ Ἰησοῦς τήν πίστη τοῦ κλινήρους καί αὐτῶν πού τόν κατέβασαν λέγει στόν παραλυτικό «Τέκνο, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου».
Τί μακαρία ὀνομασία. Ἀκούει τό ὄνομα τέκνο καί υἱοποιεῖται ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα καί προσκολλᾶται στόν ἀναμάρτητο Θεό, γενόμενος καί αὐτός ἀμέσως ἀναμάρτητος διά τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Γιά νά ἀκολουθήσῃ ἡ ἀνακαίνιση τοῦ σώματος, λαμβάνει πρωτύτερα τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του ἀπό τόν γνωρίζοντα. Ἀφοῦ πρῶτα ὑπέπεσε ἡ ψυχή στούς βρόχους τῆς ἁμαρτίας, ἐπηκολούθησαν κατά τή δικαία κρίση του οἱ νόσοι τοῦ σώματος καί ὁ θάνατος.
Ἀλλ΄ οἱ Γραμματεῖς, ὅταν ἄκουγαν αὐτά, «διαλογίζονταν», λέγει μέσα τους, γιατί λαλεῖ αὐτός βλάσφημα; ποιός μπορεῖ νά ἀφήσῃ ἁμαρτίες, ἐκτός ἑνός, τοῦ Θεοῦ; Καί ὁ Κύριος ὁ ποιητής τῶν καρδιῶν τούς λέγει· Ἐάν ἤθελα νά ἐκφέρω κενούς λόγους, πού δέν ἔχουν ἀποτέλεσμα σέ πράξεις, θά ἦταν ἐξ ἴσου εὔκολο νά εἰπῶ χωρίς πρακτικό ἀντίκρυσμα καί τήν ἔγερση τοῦ παραλυτικοῦ καί τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν.
Καί τά εἶπε αὐτά γιά νά διδάξῃ ὅτι ἔχει ἐξουσία θεϊκή ἐπί τῆς γῆς, ὡς Υἱός ὁμοούσιος μέ τόν οὐράνιο Πατέρα, ἄν καί ἔγινε ὁμοούσιος καί μέ μᾶς τούς ἀχαρίστους κατά σάρκα. Καί ἔδωσε τήν ἐντολή στόν παραλυτικό καί σηκώθηκε αὐτός καί πῆρε τό κρεββάτι του καί ἐξῆλθε ἐμπρός στά μάτια ὅλων, ὥστε νά θαυμάζουν ὅλοι.
Ἐμεῖς λοιπόν ἀδελφοί, ἄς δοξάσωμεν μέ ἔργα τώρα, λαμβάνοντας καί τό θαῦμα ἀναγωγικῶς ὡς ὑπόδειγμα πρός τήν ἀρετή. Γιατί ὁ καθένας ἀπό τούς προσκολλημένους στίς ἡδονές εἶναι παράλυτος στήν ψυχή, κατακείμενος ἐπάνω στήν κλίνη τῆς ἡδυπαθείας καί τῆς φαινομενικῆς σαρκικῆς ἀνέσεως ἐπάνω σ’ αὐτήν, ἀλλά ἐξομολογούμενος κατανικᾶ τίς ἁμαρτίες του καί τήν παράλυση τῆς ψυχῆς του, μέ αὐτοκριτική, ὑπόσχεση ἀποχῆς καί τή δέηση πρός τό Θεό.
Στό σημεῖο αὐτό εἶναι χρήσιμο νά ἀναφερθοῦμε, ἔστω καί συνοπτικά, στό βίο καί στή διδασκαλία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου, τοῦ 14ου αἰῶνος, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος (1296 -1359 μ.Χ.) θεωρεῖται ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς μέγας Πατήρ καί οἰκουμενικός διδάσκαλος. Ὑπῆρξε μορφωμένος τόσο στά κοσμικά μαθήματα ὅσο καί στήν κοινωνική καί ἐκκλησιαστική μόρφωση καί ἰδίως στή νήψη καί τή νοερή προσευχή. Εἴκοσι ἐτῶν πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος καί ἀργότερα στή Θεσσαλονίκη καί τή Βέρροια, ὅπου χειροτονήθηκε Ἱερεύς τό 1326 μ.Χ. Πρῶτο του σύγγραμμα ἦταν ἡ βιογραφία τοῦ Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου.
Ἡ φήμη καί οἱ ἡγετικές του ἱκανότητες, διαδόθηκαν καί ψηφίστηκε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὅπου παρέμεινε γιά λίγο. Ἔμεινε ἄλλο ἕνα ἔτος σέ ἕνα ἐρημικό κελλί ἀπό ὅπου ἀναχώρησε γιά μεγάλους δογματικούς ἀγῶνες. Ἦταν γύρω στά 1330 μ.Χ., ὅταν ὁ φιλόσοφος μοναχός καί ρήτορας Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός ἦλθε στήν Ἑλλάδα καί ἄρχισε νά διδάσκη στό πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί νά ἐξευτελίζῃ κάθε ἄλλο φιλόσοφο καί ρήτορα.
Τό 1333 μ.Χ. ἄρχισε ἡ σύγκρουση μεταξύ Παλαμᾶ καί Βαρλαάμ, ἀφοῦ ὁ Βαρλαάμ δίδασκε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, τήν ἐποχή ἐκείνη ἔγραψε «Λόγους ἀποδεικτικούς περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τή σύγκρουση καί τή διαμάχη μεταξύ τοῦ ἐγωϊστῆ Βαρλαάμ πού ἔλεγε «ταπεινώσῳ τόν ἄνθρωπον» καί τοῦ φωτισμένου Παλαμᾶ μεγάλωσε ἡ διαφορετική τους ἀντίληψη περί τοῦ τρόπου προσευχῆς πού ἀκολουθοῦσαν οἱ ἡσυχαστές μοναχοί.
Τί ἦταν ὅμως ἡ λεγομένη ἡσυχαστική ἔριδα καί τί ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές μοναχοί;
Ἡ ἡσυχαστική ἔριδα ἦταν ἡ ἀρχική διαμάχη μεταξύ τῶν φιλοσοφούντων Πλατωνικῶν καί τῶν ἁπλοϊκῶν μοναχῶν, γιά τόν τρόπο προσευχῆς. Ἡ διαμάχη αὐτή ἐπεκτάθηκε σέ δογματικά θέματα, ὅπως ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἄλλα.
Οἱ Ἡσυχαστές μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μελετώντας τούς ἀρχαίους Πατέρες, θέλησαν νά ἐφαρμώσουν μία τεχνική μέθοδο προσευχῆς, ὥστε νά ξεφεύγουν ἀπό τά γήϊνα καί νά ζητοῦν διά προσευχῆς νά δοῦν τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, πού ἐμφανίστηκε πάνω στό ὄρος Θαβώρ. Ἔτσι, ἔσκυβαν τό κεφάλι μέχρι τήν κοιλιά καί ἀπομονωμένοι ἀπό τό περιβάλλον ἐπαναλάμβαναν γιά πολλή ὥρα ἤ καί ὧρες τήν σύντομη προσευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ». Πολλοί, ἰσχυριζόντουσαν ὅτι εἶδαν αὐτό τό φῶς καί ἠσθάνοντο μεγάλη χαρά καί ἀγαλλίαση.
Οἱ ἀντίπαλοι τῶν ἡσυχαστῶν καί κυρίως ὁ Βαρλαάμ, εἰρωνεύοντο ὡς ἀγραμμάτους τούς μοναχούς καί τούς ὀνόμαζαν «ὀμφαλοψύχους», διότι κατ’ αὐτούς κατέβαζαν τήν ψυχή τους στόν ὀμφαλό τους.
Ὁ Βαρλαάμ ἦταν ποτισμένος μέ βαρύγδουμπες φιλοσοφικές σκέψεις, δέν μποροῦσε νά δεχθῇ τέτοιες πρακτικές, ἡ λογική ἦταν ὁ μοναδικός ὁδηγός του. Ἦταν Χριστιανός - φιλόσοφος, ἐπηρεασμένος ἀπό τήν σχολαστικότητα τῆς Δύσεως πού τοῦ εἶχε ἀλλοτριώσει κάθε ὀρθόδοξο φρόνημα.
Ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος, ποτισμένος στά νάματα τῶν παλαιοτέρων ἀσκητῶν νηπτικῶν Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Νείλου, Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, Ἡσυχίου Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχίου, Ἀββᾶ θαλασσίου, καί τοῦ Ἁγίου Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, εἶχε ἐντελῶς διαφορετική ἀντίληψη. Βαθύς γνώστης τῶν δογμάτων, ἀντιμετώπιζε τούς ἄλλους μέ καλωσύνη, ἐπιείκεια, ταπεινότητα, ἀλλά καί ἀκρίβεια.
Φυσικό ἐπακόλουθο ἦταν ἡ σύγκρουση νά γενικευθῇ καί νά ταρακουνήσῃ τά θεμέλια ὁλόκληρης τῆς τότε κοινωνίας. Ὑπῆρξε μία ληστρική σύνοδος καί μία κανονική, ὑπῆρξαν διώξεις καί πολεμική στήν ὁποία συμμετεῖχαν αὐτοκράτορες, Πατριάρχες καί ὁλόκληρη ἡ θεωρούμενη τότε ἀφρόκρεμα τοῦ Βυζαντίου. Ἄς δοῦμε ὅμως μερικές ἀπό τίς θαυμάσιες θέσεις τοῦ Ἁγίου.
Σχετικά μέ τήν ἀδιάλειπτη δέηση λέγει: Χρειαζόμαστε τήν ἀδιάλειπτη δέηση ὄχι γιά νά πείσουμε τό Θεό, διότι αὐτός εἶναι αὐτοπαράκλητος, οὔτε γιά νά τόν προσελκύσουμε, διότι εἶναι πανταχοῦ παρών, ἀλλά γιά νά στρέψουμε τούς ἑαυτούς μας πρός ἐκεῖνον, νά μετάσχουμε τῶν ἀγαθοπρεπῶν δωρεῶν του καί γιά νά συνευρισκώμεθα ἀδιαλείπτως μαζί του (Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς ἡσυχαζόντων λόγος 2,1 παρ. 30).
Σχετικά μέ τήν προσευχή καί τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς λέγει: Νοῦς, λέγεται καί ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ πού ἀποτελεῖται ἀπό λογισμούς καί νοήματα. Νοῦς εἶναι καί ἡ δύναμη πού κινεῖ αὐτά καί πού ὀνομάζεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καρδιά. Ἐνῶ λοιπόν ἡ ἐνέργεια ἡρεμεῖ καί καθαρίζει εὔκολα, ἡ δύναμη πού τή γεννᾶ, δηλαδή, ἡ καρδιά, ἐπειδή εἶναι πολυδύναμο καί ἑνιαῖο πρᾶγμα, μολύνεται ὁλόκληρη ἀπό τήν κακία καί δέν καθαρίζεται εὔκολα ἄν δέν καθαριστοῦν πρῶτα, ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Γίνεται λοιπόν ἕνας πόλεμος μεταξύ τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς καί ἄν καθαρισθῇ κάποια ἤ κάποιες πρόσκαιρα ἐπανέρχεται στήν κακία, ἐνῶ, ἄν καθαρισθοῦν ὅλες μέ τήν ἐπιμέλεια τῆς προσευχῆς, τότε καθαρίζεται καί φωτίζεται μέτρια ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Καί πάλι ὅμως, ὅποιος θεωρήσῃ τόν ἑαυτό του κεκαθαρμένο, ἐξαπατᾶται ἀπό ἔπαρση, ἐνῶ προκόβωντας σέ ταπείνωση καί αὐτογνωσία, βρίσκει τίς κατάλληλες πρακτικές καί θεωρητικές δυνάμεις τῆς ψυχικῆς θεραπείας καί τῆς μονιμώτερης καθαρότητας τῆς καρδιᾶς (Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG 150, 1120CD).
Στό τέλος νίκησε ἡ Ἐκκλησία καί καταδικάστηκε ἡ αἵρεση. Ἐπικράτησαν ὅλες οἱ θέσεις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, πού ἦταν θέσεις τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας α) Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται μόνον ἐκ τοῦ Πατρός. β) Ἡ ἡσυχαστική μέθοδος δέν εἶναι αὐθαίρετη, ἀλλά σύμφωνη μέ τήν ὑπερχιλιετῆ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γ) Τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἄκτιστο δ) Ἡ Οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτη καί ἀμέθεκτη. Οἱ θεῖες ἐνέργειες ὅμως ἄν καί ἄκτιστες εἶναι μεθεκτές καί ε) Οἱ ἡσυχαστές ἀκόμη καί οἱ πλέον ἁπλοϊκοί, μποροῦν προσευχόμενοι νά δοῦν μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τό ἄκτιστο φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, δηλαδή τίς ἄκτιστες ἐνέργειές του.
Μέ τίς εὐχές τοῦ μεγάλου σημερινοῦ Ἁγίου, νά ἐπιτύχουμε ὅλοι καί τήν αἰώνια βασιλεία. Ἀμήν.