Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς E΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (Τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας)

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τούς δώδεκα μαθητάς αὐτοῦ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τά μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν· Ὅτι ἰδού ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καί γραμματεῦσι, καί κατακρινοῦσιν αὐτόν θανάτῳ καί παραδώσουσιν αὐτόν τοῖς ἔθνεσι· καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καί μαστιγώσουσιν αὐτόν καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καί ἀποκτενοῦσιν αὐτόν· καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. Καί προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καί Ἰωάννης υἱοί Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐάν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δέ εἶπον αὐτῷ· Δός ἡμῖν, ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε· δύνασθε πιεῖν τό ποτήριον ὃ ἐγώ πίνω, καί τό βάπτισμα ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δέ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τό μέν ποτήριον ὃ ἐγώ πίνω πίεσθε, καί τό βάπτισμα ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τό δέ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καί ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμόν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται. Καί ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περί Ἰακώβου καί Ἰωάννου. Ὁ δέ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτούς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν, κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτω δέ ἔσται ἐν ὑμῖν· ἀλλ’ ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος· καί ὃς ἐάν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος. Καί γάρ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν (Μάρκ. ι΄ 32 - 45).

Η ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΕΙΩΝ

Ὁ Κύριος, ὅπως ἀναφέρει ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν βαδίζει πρός τό μαρτύριο. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ μαθητές του ὀνειρεύονται μεγαλεῖα. Τούς προλέγει τόν σταυρικό του θάνατο καί ἐκεῖνοι, χωρίς νά πολυκαταλαβαίνουν τήν τραγικότητα τῆς προφητείας, διαποτισμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τῆς φιλοδοξίας, ποθοῦν τιμητικές διακρίσεις. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης σπεύδουν νά προλάβουν τούς ἄλλους στήν ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων.
«Διδάσκαλε», τοῦ λέγουν, «θέλουμε νά μᾶς κάνῃς κάτι πού θά σοῦ ζητήσουμε». «Τί θέλετε;» ἐρωτᾶ ὁ Χριστός. «Νά, τοῦ ἀπαντοῦν, τώρα πού θά δοξαστῇς, πού θά καθίσῃς σέ θρόνο βασιλικό, δῶσε μας τίς δύο πρῶτες θέσεις στό βασίλειό σου. Κάνε μας τή χάρη νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καί ὁ ἄλλος ἀριστερά σου». Ὁ Κύριος τούς κοιτάζει περίλυπα: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», τούς ἀπαντᾶ μέ πόνο. Δηλαδή, δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Ἐγώ σᾶς μιλῶ γιά θυσίες καί ἐσεῖς λαχταρᾶτε πρωτοκαθεδρίες.
Οἱ δύο μαθητές ζητοῦσαν ἀπό τό Χριστό δόξα μέ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατά νοῦ ὅτι ἡ βασιλεία του εἶναι αἰσθητή καί κοσμική. Ὁ Χριστός ὅμως διορθώνει τήν ἐσφαλμένη τους πίστη, ὑποδεικνύοντας τήν πραγματική καί αἰώνια δόξα, πού διέρχεται μέσα ἀπό τό «ποτήριον», πού εἶναι τά πάθη καί ὁ Σταυρός.
Πόσες καί πόσες, ὅμως, φορές ὁ Χριστός δέν ἀναγκάζεται νά ἐπαναλάβῃ αὐτό πού εἶπε στόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη σέ πολλούς καί σήμερα; Πόσο μικροπρεπεῖς εἶναι συχνά οἱ πόθοι καί τά αἰτήματά μας, Λαχταρᾶμε τιμές, διακρίσεις, πρωτεῖα, δύναμη, χρῆμα, δόξα, ἐπιβολή στόν κόσμο αὐτό. Καί τό τραγικό εἶναι ὅτι τά ζητᾶμε ἀπό ἐκεῖνον πού περιφρόνησε ὅλα αὐτά καί ἀπεκάλυψε τήν μηδαμινότητά τους.
Παραπονιόμαστε πολλές φορές, ὅτι ὁ Κύριος δέν εἰσακούει τήν προσευχή μας. Ξεχνᾶμε ὅμως κάτι πολύ σημαντικό, δέν ἐπιθυμοῦμε ἐκεῖνον, ἀλλά κάτι ἀπό ἐκεῖνον. Ἔτσι ὁ Χριστός δέν ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματά μας διότι δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε.
Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΠΡΩΤΕΙΑΣ
Ἀλλά ἡ ἀσθένεια τῆς φιλοπρωτείας δέν εἶχε προσβάλλει μόνο τούς δύο μαθητές. Ἡ ἀγανάκτηση πού ἐκδήλωσαν οἱ ὑπόλοιποι ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, φανέρωνε ὅτι τό ἴδιο πάθος τυραννοῦσε ὅλους. Τούς πείραζε ὅτι ἄλλοι τούς εἶχαν προλάβει.
Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς κάλεσε κοντά του καί τούς λέγει: «Γνωρίζετε ὅτι ἐκεῖνοι πού θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τά καταδυναστεύουν καί οἱ μεγάλοι τά καταπιέζουν; Μεταξύ σας ὅμως δέν θά συμβαίνῃ τό ἴδιο. Ἀλλά ὅποιος ἀνάμεσα σας θέλει νά γίνῃ μεγάλος θα εἶναι ὑπηρέτης σας, διάκονός σας, καί ὅποιος θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος θά εἶναι δοῦλος ὅλων».
Η ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΩΝ
Τό πραγματικό μεγαλεῖο δέν βρίσκεται στήν ἔπαρση, στήν ἀλαζονεία καί στήν καταπίεση τῶν ἄλλων. Δέν ἀποδεικνύεται μέ τούς τίτλους καί τόν θόρυβο. Ὑπάρχει μόνο στήν ταπεινόφρονα ἀγάπη, στή σεμνή διακονία τοῦ πλησίον. Αὐτός εἶναι ὁ ἀσφαλής δρόμος γιά τήν κατάκτησή του.
Πρόκειται γιά μιά ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων. Προηγουμένως τό μεγαλεῖο μετριόταν μέ τό πόσους κανείς ἐξουσιάζει. Μετά τό Χριστό, μέ τό πόσους κανείς διακονεῖ. Κριτήριο τῆς μεγαλοσύνης δέν εἶναι ἡ δύναμη ἀλλά ἡ εἰλικρινής διακονία. Οἱ στρατειές τῶν ἁγίων ἔκαναν πραγματικότητα αὐτή τήν ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης, βάζοντας τή διακονία στήν ἐξουσία καί ὀμορφαίνοντας ἀληθινά τήν ἀνθρώπινη ζωή.
Στήν ἐποχή μας, πού ἡ κοσμική ἐξουσία βρίσκεται σέ ἔξαρση, οἱ ἄνθρωποι εὔχονται καί προσπαθοῦν νά δίνουν ὅσο τό δυνατόν λιγότερα καί νά παίρνουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερα. Σέ αὐτή τήν τάση ἡ ὀρθόδοξη θέση εἶναι ριζικά ἀντίθετη. Τό ὀρθό αἴτημα δέν εἶναι «τί ἐξυπηρέτηση μπορῶ νά περιμένω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά ἐάν δύναμαι νά ἀγαπῶ καί νά προσφέρῳ».
Τό μεγαλεῖο πού ζητᾶμε ἀναμένοντας ἔκτακτες εὐκαιρίες βρίσκεται στά χέρια μας, στήν καθημερινή ἁπλή πραγματικότητα, ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, χωρίς καμία ἀπαίτηση ἀνταποδόσεως καί ἀναγνωρίσεως. Ἄς θυμηθοῦμε τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας πού μέ τήν ἀγάπη τους ζωογονοῦν τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Καί τότε θά νιώσουμε πιό βαθιά πόσο ὑπέροχος εἶναι ὁ δρόμος πού χαράζουν τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου. «Ὅς ἐάν θέλη γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος».
Πρόκειται γιά ἕνα μεγαλεῖο ἐσωτερικό. Διότι εἶναι κάτι πού μᾶς κάνει νά μοιάζουμε οὐσιαστικά μέ τό Χριστό, τό Μεγάλο Διάκονο τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνον πού δέν ἦρθε νά ὑπηρετηθῇ ἀλλά νά ὑπηρετήσῃ καί νά δώσῃ τή ζωή του λύτρο ἀντί πολλῶν. Πρόκειται γιά τή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μέ τήν δική του, γιά τήν ἀνύψωσή της πρός τόν τελικό της σκοπό, δηλαδή, τή θέωση.
ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
Σήμερα ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἑορτάζουμε καί τή μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τῆς πρώην ἁμαρτωλῆς, πού ἄλλαξε γνώμη καί τρόπο ζωῆς καί κατέληξε μεγάλη ἁγία τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκουσα ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ὅσο ἁμαρτωλός καί ἂν εἶναι, εἶναι καλεσμένος γιά σωτηρία, φτάνει νά μετανοήσῃ εἰλικρινά.
ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΟΣ
Στήν παροῦσα ἐργασία δέν θά ασχοληθοῦμε μέ ὁλόκληρο τό βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἀλλά μόνο μέ τήν περίοδο τῆς ἀνανήψεως, πού ἔγινε τά πρῶτα 17 χρόνια πού ἔζησε μέσα στήν ἔρημο. Ἔτσι θά δοῦμε πόσο δύσκολο εἶναι, μία πόρνη ν’ ἀλλάξῃ ὁριστικά τρόπο ζωῆς καί νά γίνῃ ἐγκρατής καί ὁσία.
Κάθε λογικός ἄνθρωπος καταλαβαίνει, πώς ἄν τά πάθη φωλιάσουν μέσα μας, μᾶς αἰχμαλωτίζουν σῶμα καί ψυχή καί κυριαρχοῦν πάνω σέ ὅλες τίς λειτουργίες μας. Ἡ λογική ἀλλοιώνεται, ὁ νοῦς σκοτίζεται, ἡ συνείδηση ἀμβλύνεται, κυριαρχεῖ τό παράλογο καί ἡ φθορά βασιλεύει. Εἰδικά ἡ πορνεία θεωρεῖται πηγή θανάτου γιά ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη. Ἐπίσης φυγαδεύεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, δημιουργεῖται ἀπέχθεια γιά τήν προσευχή, ἀγάπη γιά τόν ἑαυτό, ἀναισθησία, προσκόλληση στόν κόσμο, ἀλλά κάποια στιγμή δημιουργοῦνται καί αἰσθήματα ἀπελπισίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μέ καταπληκτική σαφήνεια ὅρισε τά στάδια τῆς ἁμαρτίας: Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεση, αἰχμαλωσία, πάλη, πάθος.
Ὅλα τά παραπάνω, ἀγαπητοί, τά βλέπουμε νά συντρέχουν καί στήν περίπτωση τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἡ ὁποία παραδέχτηκε· «πώς οἱ λογισμοί της, ἦταν σάν φωτιά ἀναμένη μέσα στήν καρδιά της, πού τήν ἔκαιγαν, τήν ἐρέθιζαν καί τήν ὠθοῦσαν στήν πορνεία». Εἶχε λοιπόν καί ἡ Ὁσία Μαρία, αὐτόν τόν τεράστιο πόλεμο, πού ἔχουμε λίγο - πολύ ὅλοι οἱ ἀτελεῖς ἄνθρωποι. Ὁ πόλεμος αὐτός εἶναι πολύ δύσκολος, ὄχι ὅμως καί ἀνίκητος.
Πῶς ὅμως μπόρεσε ἡ Ὁσία, νά κάνῃ αὐτό πού δύσκολα κάνουν οἱ ἄνθρωποι πού φθάνουν τόσο χαμηλά στήν ἠθική ἐξαθλίωση καί στήν πώρωση; Πῶς ἄρχισε τέλος πάντων καί πῶς ὁλοκληρώθηκε αὐτή ἡ μετάνοια; Αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν γίνεται μόνον ἀπό τόν ἄνθρωπο, οὔτε ὅμως ἀπό τό Θεό χωρίς τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου.
Σύμφωνα μέ τήν Παράδοση, οἱ Πατέρες βλέπουν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τόν καλύτερο καί πιό κατάλληλο γιατρό, γιά νά γιατρέψῃ τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τά πάθη του, νά τό ἀπαλλάξῃ ἀπό τό ἀνίατο καί κακοφορμισμένο τραῦμα του καί νά τό ὁδηγήση στήν ἀρχέγονη ὑγεία. Αὐτό τό κάνει ὁ Χριστός, ἑνώνοντας τούς ἀνθρώπους μαζί του μέσῳ τῶν ἁγίων μυστηρίων του διά τῶν ὁποίων· «γινόμαστε μέλη τοῦ σώματός του» (Ἐφεσ. 5, 30).
Γιά τήν οὐσιαστική θεραπεία ὅμως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Χριστό, βασική προϋπόθεση εἶναι ἡ ἐλεύθερη συμμετοχή μας ἤ ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας· «ἡ συνεργία θείου καί ἀνθρώπινου παράγοντα», γιατί ὁ Θεός πού κατοικεῖ μέσα μας, σέβεται τήν ἐλευθερία μας καί δέν μᾶς πιέζει νά δεχθοῦμε τή χάρη του, χωρίς ἐμεῖς νά θέλουμε καί χωρίς τή θέλησή μας, ὁ Χριστός δέν μᾶς σωφρονίζει.
Ἐάν ὁ τυφλός τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ αἱμορροοῦσα δέν προσήρχοντο στό Χριστό, δέν θά ἰατρεύοντο. Χρειάζεται λοιπόν κάποια θέληση, κάποια προσπάθεια γιά ὑπακοή τόσο στήν πρόσκληση τοῦ γιατροῦ, ὅσο καί στή λήψη τῶν φαρμάκων. Πρώτη προϋπόθεση εἶναι ἡ πίστη-ἐμπιστοσύνη στό γιατρό, ὥστε νά τόν ἀναγνωρίζουμε σάν θεραπευτή καί δεύτερη ἡ σωστή ἐφαρμογή τῆς ἀγωγῆς του.
Μία τέτοια βούληση ἔδειχνε ἡ Ὁσία Μαρία, ὅταν πολεμουμένη ὑπό τῶν λογισμῶν κατά τά 17 χρόνια τῆς μετανοίας της, ἔπεφτε κάτω στή γῆ καί προσευχόταν στήν Παναγία, τή μητέρα τοῦ Χριστοῦ, πού τή θεωροῦσε προστάτιδά της καί· «δέν σηκωνόταν ἀπό ἐκεῖ, προσευχόμενη μέρα καί νύχτα, μέχρι πού νά τήν περιλούσῃ ἐκεῖνο τό γλυκό φῶς καί νά τῆς ἀφαιρέσῃ τούς πονηρούς λογισμούς της».
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ Ὁσία Μαρία, ἤθελε πολύ, πάλευε πολύ, προσευχόταν μερόνυχτα ὁλόκληρα, μέχρι πού ἔβλεπε ἀποτελέσματα. Ἕνα διαρκές φάρμακο πρώτης τάξεως, πού δίνει τή δυνατότητα τῆς ἐπιστροφῆς στήν ὑγεία καί στή σωτηρία εἶναι ἡ μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐσωτερική διάθεση καί στάση κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τά λάθη του, ζητᾶ συγχώρεση ἀπό τό Θεό, ζητᾶ τή βοήθειά του καί ὑπόσχεται νά προσπαθῇ εἰλικρινά καί μέ τή θέλησή του, νά μήν ξανά ἁμαρτήσῃ.
Ὁ βασικός στόχος τῆς μετανοίας εἶναι ἡ μεταστροφή τοῦ νοῦ καί ἡ διά τῆς αὐτογνωσίας, αὐτοελέγχου καί αὐτοπεριορισμοῦ, ἀπάρνηση τῶν παθῶν καί ἐπιστροφή στήν κατά Θεόν ἐνάρετη ζωή. Ἡ μνήμη παρελθόντων παραπτωμάτων, βοηθᾶ, στό νά ὑποπτευώμαστε καί νά ἀποφεύγουμε στό παρόν καί στό μέλλον τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη μας. Εἶναι ἡ ἀγαθή συνειδησιακή γνώση πού προφυλάσσει. Εἶναι ἡ ἀέναη προσπάθεια στό νά μήν καθησυχάζουμε ποτέ, ἀλλά νά βιώνῃ ὁ καθένας μας αὐτό πού ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός».
Ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος εἶναι ἀπαραίτητη. Ὅπως λέει καί τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν «ἀκόμη καί ὁ δίκαιος ἁμαρτάνει ἑπτά φορές τήν ἡμέρα», γιά τό λόγο αὐτό μᾶς λένε οἱ Πατέρες νά μετανοοῦμε «τόσο γιά τίς ἐν γνώσει, ὅσο καί γιά τίς ἐν ἀγνοίᾳ ἁμαρτίες μας». Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς λέγει ὅτι «ἐάν ποῦμε ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες, κοροϊδεύουμε τούς ἑαυτούς μας καί δέν λέμε τήν ἀλήθεια» (Α΄ Ἰωάν. 1, 8). Ἐξίσου ἁμαρτωλή εἶναι καί ἡ ἀμέλεια.
Στή μνήμη ὅμως τῶν ἁμαρτιῶν μας, παρότι χρήσιμη, ἀφοῦ μᾶς προστατεύει ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, πρέπει νά βάζουμε καί ὅρια. Γιατί, ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἄκριτη περιπόλευση, μποροῦν νά δημιουργήσουν τόσο περίεργες καί νοσηρές καταστάσεις, ὅσο καί ἀπελπισία.
Ἡ μετάνοια λοιπόν εἶναι πάντα καί σέ κάθε περίσταση ἀναγκαία, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ὁδός πού ἐπιτρέπει στόν ἁμαρτωλό νά ἐπανακτᾶ τίς ἀρετές καί ὁλοκληρώνεται μόνον ὅταν μετά ἀπό συνεχῆ καί διαρκῆ μεταστροφή γεννηθῇ τό πένθος, ἡ κατάνυξη καί τά δάκρυα. Ὅταν ὁ Θεός μετά ἀπό πολλές δοκιμασίες καθαρίσῃ τόν ἄνθρωπο καί τόν λευκάνει «ὑπέρ χιόνα», ἀκούγοντας τίς παρακλήσεις του κατά τίς οποῖες μέ λαχτάρα φώναζε· «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».
Ἄς δοῦμε ὅμως λίγο πιό ἀναλυτικά καί τή μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας, ὅπως τήν ἀναφέρει τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου. Λέγει λοιπόν ἡ Ὁσία περιγράφοντας τήν ἀδυναμία της νά εἰσέλθῃ στό Ναό·
«Στάθηκα στή γωνιά τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ καί μόλις τότε ἄρχισα νά καταλαβαίνω τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἐμποδιζόμουνα νά δῷ τό ζωοποιό ξύλο. Ἦλθε μπροστά στά μάτια τῆς καρδιᾶς μου λόγος σωτήριος πού μοῦ ἔδειχνε ὅτι αἰτία ἦταν ὁ βόρβορος τῶν ἔργων μου. Ἄρχισα νά κλαίω καί νά ὀδύρωμαι, νά χτυπῶ τό στῆθος μου καί νά βγάζω στεναγμούς ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου. Κλαίγοντας, βλέπω πάνω στό κεφάλι μου μία εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τῆς εἶπα· Παρθένε... βοήθησέ με νά εἰσέλθῳ στήν Ἐκκλησία καί νά δῶ τό Τίμιο ξύλο... καί σοῦ δίνω ὑπόσχεση ὅτι δέν θά ξανά ὑβρίσῳ τή σάρκα μου δι’ αἰσχρᾶς μίξεως, ἀλλά μόλις τό προσκυνήσω, θά φύγῳ ἀπό τόν κόσμο καί θά πάῳ ὅπου ἐσύ σάν ἐγγυητής σωτηρίας μέ ὁδηγήσῃς».
Ἡ παραπάνω σύντομη περιγραφή φανερώνει τή βαθειά, τήν ἀληθινή μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας. Ἀπό τή στιγμή αὐτή, ἡ ζωή της ἄρχισε νά λαμβάνῃ βαθύ νόημα. Ἄρχισε νά χαράζῃ στό βάθος ἡ προσωπική της Ἀνάσταση. Καί ἡ μεγάλη ἀρετή τῆς μετανοίας, μαζί μέ ἄλλες χρησιμοποιήθηκαν σάν μέσα γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ γυναίκα αὐτή ἀμέσως μόλις αἰσθάνθηκε τήν ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου, ἔλαβε τό πῦρ τῆς πίστεως ἀπό τήν εὐσπλαχνία τῆς Θεοτόκου, καί ἀφοῦ πῆρε θάρρος ἔφυγε ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο καί ὄχι μόνο δέν ἐμποδίστηκε, ἀλλά ὅταν μπῆκε στό Ναό, τήν κατέλαβε φόβος καί ἔκσταση καί ἔτρεμε ὁλόκληρη.
Αὐτή λοιπόν ἡ γυναίκα ἡ «καταθαρρήσασα», ἡ «θέσασα ὡς ἐγγυητήν τῆς σωτηρίας της τήν Θεοτόκον», ἡ «ποιοῦσα δεήσεις» εἶχε μεγάλη θέληση καί ἀκόμη μεγαλύτερη ἐλπίδα νά δῇ τό τίμιο ξύλο τοῦ σταυροῦ. Καί πράγματι καταξιώθηκε νά δῇ ὄχι μόνο τήν ἐξωτερική ὄψη του, ἀλλά νά βιώσῃ καί τήν ἐσωτερική δύναμή του καί νά προετοιμαστῇ κατάλληλα γιά τή ΜΕΓΑΛΗ μετάνοια.
Ἕνα ἄλλο σημεῖο πού δείχνει τή δύναμη πού γεννήθηκε καί θέριεψε μέσα της, ἀπό τή νοερή ἐπικοινωνία της μέ τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἦταν καί ἡ σταθερή ἀπόφασή της νά ἐκτελέση τήν ὑπόσχεσή της. Ἔτσι, βγαίνοντας ἀπό τό Ναό φώναξε· «Δέσποινα, μή ἐγκαταλείπῃς με». Καί ἀμέσως μετά, βγῆκε ἀπό τήν αὐλή τοῦ Ναοῦ καί βάδιζε γρήγορα, πρός ἐκτέλεση τῆς ὐποσχέσεώς της.
Διαβάζοντας κανείς τό βίο τῆς Ὁσίας μέ σπουδή καί προσοχή, μπορεῖ ν’ ἀντλήσῃ μεγάλη ὠφέλεια καί πολλά διδάγματα. Διηγουμένη ἡ Ὁσία, τή φυγή της στήν ἔρημο ἀποκαλύπτει σημαντικά στοιχεῖα τῆς θελήσεως καί τῆς ἐλπίδος πού ἔτρεφε γιά τή σωτηρία της, παρά τήν σκληρή καί βαθειά ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς της. Περιγράφουσα λοιπόν αὐτήν τήν ἐλπίδα λέγει·
«Τήν ἑπομένη βρῆκα πλοιάριο πού μέ ἔφερε στήν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ».
Πέρασε λοιπόν ἡ Ὁσία μέ τή βάρκα, στήν ἀπέναντι ἄκρη τοῦ Ἰορδάνου καί περιγράφουσα ἀργότερα τά γεγονότα στόν Ἅγιο Ζωσιμᾶ εἶπε:
Καί πάλι, ἐκεῖ ζήτησα ἀπό τήν ὁδηγό μου (ἐννοεῖ τήν Παναγία), νά μέ ὁδηγήσῃ, ὅπου ἐκείνη νομίζει. Καί ἦλθα σέ αὐτήν τήν ἔρημο καί περιμένω τό Θεό μου, αὐτόν πού διασώζει αὐτούς πού ἐπιστρέφουν, ἀπό ὀλιγοψυχίες καί καταιγίδες».
Εἶναι ὅμως σαφές, ὅτι αὐτή ἡ τεράστια προσπάθεια τῆς Ὁσίας δέν ἦταν οὔτε εὔκολη, οὔτε γρήγορη. Ἡ ἴδια περιγράφει αὐτήν τήν κατάσταση λέγουσα· «Πίστευσε ἀββᾶ μου τίς δυσκολίες πού πέρασα τά 17 πρῶτα χρόνια, πολεμώντας παράλογες καί ἀνήμερες ἐπιθυμίες. Ἐπεθύμησα τά κρέατα καί τά ψάρια πού ἔχει ἡ Αἴγυπτος. Ἐπεθύμησα τήν πόση τοῦ οἴνου πού ἔπινα ὅταν ἤμουν στόν κόσμο. Ἐδῶ, οὔτε νερό δέν χόρτασα. Μέ ἔκαιγε ἡ δίψα καί δέν μποροῦσα νά τήν ὑποφέρω. Θά προσθέσῳ δέ καί τῶν πορνικῶν ἀσμάτων τήν ἐπιθυμία, πού μέ ὠθοῦσε νά τραγουδήσῳ τά δαιμονικά τραγούδια πού ἤξερα. Τότε κτυποῦσα τό στῆθος καί δάκρυζα, ὅταν θυμόμουν τήν ὑπόσχεση πού ἔδωσα στήν Παναγία, φεύγοντας γιά τήν ἔρημο. Καί ἔφερνα τό νοῦ μου τήν εἰκόνα τῆς ἀναδόχου μου καί ὁδηγήτριάς μου καί κλαίγοντας τῆς ζητοῦσα νά διώξῃ τούς λογισμούς μου. Καί τότε ἔβλεπα ἕνα φῶς νά φεγγοβολάῃ τριγύρω καί μοῦ ἐρχόταν μία σταθερή γαλήνη πού σταμάταγε ἐντελῶς τήν τρικυμία...».
Ἡ ἀνάνηψη αὐτή δέν εἶναι στιγμιαία, ἀλλά ἐξακολουθητική πάλη πού κρατάει τό ἴδιο ἤ καί περισσότερο ἀπό τήν πτώση. Αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό ἀρκετούς παράγοντες μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ τόπος, ὁ τρόπος, ἡ πρόθεση, ἡ θέληση, ἡ μετάνοια, ἡ ἐλπίδα καί ἄλλοι, πού ἀπαιτοῦνται γιά μία ἀποτελεσματική θεραπεία.
Ἡ ἀνάνηψη στό δρόμο γιά τή μεγάλη Μετάνοια, εἶναι τόσο σημαντική, ὥστε διατυπώνεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα. Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι τό κατωτέρῳ τροπάριο πού διαβάζουμε καθημερινά στήν Θ΄ ὥρα, πού προηγεῖται τοῦ Ἑσπερινοῦ· Λέμε συγκεκριμένα· «Ἐν μέσῳ δύο ληστῶν ζυγός δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός σου· τοῦ μέν καταγομένου εἰς Ἅδην τῷ βάρει τῆς βλασφημίας, τοῦ δέ κουφιζομένου πταισμάτων, πρός γνῶσιν θεολογίας, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».
Τί τό σημαντικό λοιπόν μᾶς λέγει τό τροπάριο αὐτό; Μᾶς λέγει, ὅτι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ στάθηκε στή μέση σάν ζυγαριά καί ἔκρινε τόν ἕνα ληστή ὡς ἀνάξιο ἐλέους, λόγῳ τῆς βλασφημίας του, τόν δέ ἄλλον τόν μετανοήσαντα ἀνύψωσε, καί δίδαξε τόν τρόπο τῆς θεολογίας. Ἡ λέξη «κουφιζομένου πταισμάτων» ἑρμηνεύεται, ὡς αὐτοῦ πού τοῦ ξεχάστηκαν καί διαγράφηκαν οἱ ἁμαρτίες, ἀφοῦ στά λεξικά ἡ λέξη κουφίζω σημαίνει αἰσθάνομαι ἀνακούφιση, ἐλαφρύνεται τό βάρος καί σηκώνομαι καί ἀνυψώνομαι.
Ἐνῶ λοιπόν καθημερινά διαβάζουμε τό τροπάριο αὐτό, ἴσως δέν καταλαβαίνουμε τή σπουδαία σημασία του, πού εἶναι ἡ διαπίστωση, ὅτι ἡ μετάνοια καί ἡ ἀνύψωση, αὐτό δηλαδή τό «κούφισμα», εἶναι ἡ γνώση τῆς θεολογίας, πού πηγάζει ἀπό τήν αὐτογνωσία τῆς ἁμαρτωλότητος καί ὄχι ἀπό τά μεγάλα καί παχειά στρογγυλεμένα λόγια. Τοῦ «κουφιζομένου πταισμάτων» λοιπόν ἐπέρχεται γνώση τῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ ἡ θεολογία δέν μπορεῖ νά διαχωρισθῇ ἀπό αὐτήν.
Τό ἴδιο βέβαια συμπέρασμα, ἐξάγεται ἀπό πληθώρα σχετικῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ἁγιολογικῶν κειμένων. Στό Μεγάλο Κανόνα διαβάζουμε «ὁ Χριστός ἐνηθρώπησε καλέσας εἰς μετάνοιαν ληστάς καί πόρνας». Κορυφαῖο παράδειγμα τό ὑπόδειγμα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Δύσκολη περίπτωση ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, πού γνώρισε τή δύναμη τοῦ σταυροῦ διά τῆς ἁγίας Ἰουστίνης. Τό ἴδιο ὁ μάγος Θευδᾶς στίς Ἰνδίες καί ὁ μάγος Λαμπάδιος στήν Καρχηδόνα.
Γιά νά μήν μακρυγορήσουμε θά ἀναφέρουμε μόνο τά ὀνόματα τοῦ Ζακχαίου, τοῦ Εὐαγ. Ματθαίου, τοῦ Λογγίνου, τοῦ Μανασσῇ στήν Π. Δ., τῶν προφητῶν Βαλαάμ, Ἰωνᾶ καί Δαυΐδ, τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, τήν Ἁγία Εὐδοκία, τόν Ἅγιο Βονιφάτιο καί τήν Ὁσία Ἀγλαΐα, τόν Ἅγιο Βάρβαρο, τήν Ὁσία Θεοδώρα τή μετονομασθεῖσα Θεόδωρος, τόν Ἅγιο Θεόδωρο τό ζωγράφο, τήν Πανσέμνη τήν πρώην πόρνη, τόν Ὅσιο Ἰάκωβο, τήν Ὁσία Πελαγία τήν πρώην πόρνη, τήν Ἁγία Ταϊσία τήν πρώην πόρνη καί ἀπό τούς νεομάρτυρες τόν ἅγιο Νικόλαο τό Μετσοβίτη, τόν ἅγιο Δημήτριο Τριπόλεως, τόν ἅγιο Νικήτα τό Νισύριο, τόν ἅγιο Γεδεών Τυρνάβου, τόν ἅγιο Ἠλία Ἀρδούνης, τόν Ἅγιο Μάρκο ἀπό τή Σμύρνη, ἀλλά καί τό γνωστό μας Ἠλία Παναγουλάκη.
ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Μ. ΚΑΝΟΝΑ
Ἐντός τοῦ Μεγάλου Κανόνος ἀναγινώσκονται καί τροπάρια τῆς Ὁσίας Μαρίας. Ἕνα ἀπό αὐτά τά τροπάρια εἶναι τό ἑξῆς· «Ἡ τοῦ Φωτός, τοῦ ἀδύτου Μήτηρ σε», δηλαδή, αὐτή πού εἶναι ἡ μητέρα τοῦ φωτός πού πάντα φωτίζει καί ποτέ δέν δύει, ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, «φωτίσασα σκοτασμοῦ, ἔλυσεν παθὼν», αὐτή σέ ἔλυσε ἀπό τό σκοτάδι καί σέ φώτισε· «ὅθεν εἰσδεδεγμένη, τοῦ Πνεύματος τήν χάριν, φώτισον Μαρία, τούς σέ πιστῶς ἀνευφημοῦντας», δηλαδή, καί ἀφοῦ ἔλαβες τοῦ Πνεύματος τήν χάρη, φώτισε Μαρία καί αὐτούς πού σέ ἐπευφημοῦν. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή της. Ἀμήν.