Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς Α΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Τῶν Ἁγίων Πάντων)

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καί ὁ φιλῶν υἱόν ἢ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καί ὃς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Ἀποκριθείς δέ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ. καί πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφούς ἢ ἀδελφάς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγρούς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Στό παρόν εὐαγγέλιο ὁ Χριστός μᾶς ζητᾶ πλήρη ἀφοσίωση. Κανέναν δέν μπορεῖ νά προτιμήσῃ ὁ ἄνθρωπος περισσότερο ἀπό τό Θεό. Οὔτε πατέρα, οὔτε μητέρα, οὔτε θυγατέρα, οὔτε κανέναν ἄλλο.
Δέν πρόκειται γιά περιφρόνηση τῶν γονέων ἤ τῶν παιδιῶν. Τό κέντρο τῆς σκέψεως βρίσκεται στό «ὑπέρ». Παραπάνω δηλαδή ἀπό μένα, λέγει ὁ Κύριος. Καί φέρνει ὡς σημεῖο συγκρίσεως τήν πιό ὑψηλή βιολογική ἀγάπη. Ὅπως οἱ ἅγιοι Πάντες, πού ἀγάπησαν τό Χριστό πάνω ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο καί μαρτύρησαν γιά Ἐκεῖνον.
Καί ὄχι μόνο προτίμηση, ἀλλά καί φανερή Ὁμολογία μέ πίστη καί ἔργα. Ἡ ὁμολογία καί ἡ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύεται μέ τό λόγο καί τίς πράξεις.
Δέν ἀρκεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά γίνῃ ἀποδεκτός, πρέπει καί νά ὁμολογηθῇ. Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση πού παραμένει «ἐν κρυπτῷ». Ἀντίθετα ὁ πιστός ὀφείλει νά δηλώνῃ φανερά ὅτι πιστεύει. Ἐμπνεόμενοι ἀπ’ αὐτό τό ἦθος, οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως «ἐν παντί καιρῷ» διεκήρυτταν μέ παρρησία, χωρίς νά φοβοῦνται, χωρίς νά ὑπολογίζουν τίς συνέπειες, ἀκόμη καί ἄν ἐπρόκειτο νά στερηθοῦν καί τή ζωή τους.
Λόγος καί πράξεις. Τί ἐννοοῦμε πράξεις γιά τό Χριστό; Ἐννοοῦμε· α) ὅταν ἀκολουθοῦμε τίς ἐντολές του β) ὅταν δέν ἀμφισβητοῦμε τήν ἀξία τῶν λόγων του γ) ὅταν συγχωροῦμε κλπ.
Ἀμοιβή ἀπό τό Χριστό γιά τήν πραγματική ὁμολογία μας εἶναι ἡ παλιγενεσία «Πάλιν + γενεσία». Τό νά ἐπιστρέφουμε ἀπό τό θάνατο στή ζωή. Ἀρχή νέας ζωῆς. Διαδοχικά γεγονότα. Ἀλλά καί δωρεές στήν παροῦσα ζωή.
Οἱ δωρεές εἶναι: α) Ἡ ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ β) Ἡ κοινωνία τῶν ἀδελφῶν γ) Ἡ παρηγοριά καί ἡ ἐνίσχυση στίς θλίψεις δ) Ἡ ἕνωση μέ τό Χριστό καί μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας ε) Ὑπόσχεση γιά οὐράνια ζωή σέ ὅσους τόν ἀκο­λουθήσουν μέ πιστότητα καί ἀφοσίωση.
Σήμερα ὅπως λέγει τό Συναξάριο τῆς ἡμέρας· «τήν Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστή, τήν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐν Ἀσίᾳ, Λιβύῃ καί Εὐρώπῃ, Βοῥῤᾷ τε καί Νότῳ Ἁγίων Πάντων Ἑορτήν ἑορτάζομεν»
Καί ὁ Συναξαριστής συμπληρώνει· «Ἐμεῖς οἱ εὐσεβεῖς τιμοῦμε ἅπαντας τούς φίλους τοῦ Θεοῦ, τούς ἁγίους, ὡς φύλακας τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀρετῆς λαμπρά παραδείγματα, ὡς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως εὐεργέτας. Ἐπειδή δέ πολλοί εἶναι σέ μᾶς οἱ ἄγνωστοι καί ὁ ἀριθμός αὐτῶν ἐπολλαπλασιάσθη κατά καιρούς καί πολλαπλασιάζεται καί δέν θά παύσῃ νά πολλαπλασιάζεται μέχρι τῆς συντελείας, διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία ἔταξε μία φορά τό χρόνο πάντων τῶν ἁγίων κοινή μνήμη, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παροῦσα ἑορτή. Αὐτήν λοιπόν τήν μνήμη τελοῦντες εὐσεβῶς μακαρίζουμε ὅλους, γνωστούς καί ἀγνώστους, τούς προστεθέντας καί τούς προστιθεμένους, ὅσοι ἀπό τοῦ Ἀδάμ μέχρι σήμερα ἐτελειώθησαν ἐν εὐσεβεία καί διά τῶν καλῶν ἔργων ἐδόξασαν τόν Θεόν».
Θά ὑπογραμμίσουμε μόνο μία φράση· «καί ὁ ἀριθμός αὐτῶν ἐπολλαπλασιάσθη κατά καιρούς καί ἀκόμη πολλαπλασιάζεται καί οὐ παύσεται πληθυνόμενος ἕως τῆς συντελείας... καί τούς προστιθέντας καί προστιθεμένους ἕως τοῦ νῦν». Δηλαδή, μέσα στούς ἁγίους αὐτούς δέν βρίσκονται μόνο κεκοιμημένοι ἀλλά καί ζῶντες. Ἡ ἁγιότης ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Ἅγιοι εἶναι οἱ πιστοί οἱ ἀνταποκρινόμενοι στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου.
Πῶς πολιτεύτηκαν καί πῶς πολιτεύονται οἱ ἅγιοι. Εἶναι ἁπλό «Σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο». Συνήθως ὅμως ἔχουμε μία λανθασμένη ἀντίληψη περί τῆς πολιτείας τῶν ἁγίων. Πολλές φορές τούς θεωροῦμε ὡς κάτι τό μακρυνό, κάτι πού ἀναφέρεται σέ ἄλλες ἐποχές. Κάτι ἰδεατό, ἀλλά ἄπιαστο.
Ἕνα κλασσικό κομμάτι τῆς ἀρχαίας γραμματείας πού διασώθηκε εἶναι ἡ ἐπιστολή πρός Διόγνητο, τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ., πού περιγράφει μέ σαφήνεια τήν πολιτεία ὅλων τῶν Ἁγίων κάθε ἐποχῆς καί μᾶς διευκρινίζει ἀρκετά.
Ὁ Διόγνητος εἶχε ζητήσει νὰ μάθῃ ἀπὸ κάποιον ἄγνωστό μας Ἀποστολικὸ Πατέρα (πιθανῶς τὸν Ἅγιο Εἰρηναῖο τῆς Λυών), 1) γιὰ τὸν Θεὸ στὸν ὁποῖο πιστεύουν οἱ Χριστιανοί· 2) γιὰ τὸ πῶς θρησκεύονται· 3) γιὰ τὸ πῶς μποροῦν καὶ παραβλέπουν τὰ τοῦ κόσμου· 4) πῶς καταφέρνουν νὰ περιφρονοῦν τὸν θάνατο· 5) τί εἶναι ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη· 6) γιατί οἱ Χριστιανοὶ δὲν παρουσιάστηκαν πρωτύτερα στὸν κόσμο.
Στὴν ἀπάντησή του ὁ Ἀποστολικὸς Πατέρας προτρέπει κατ᾿ ἀρχὰς τὸν Διόγνητο νὰ καθαρίσῃ πρῶτα τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἀναγεννηθῇ καὶ ἔτσι νὰ μπορέσῃ νὰ καταλάβῃ τὴ νέα γλῶσσα ποὺ πρόκειται νὰ ἀκούσῃ. Ἄς δοῦμε ἕνα ἀπόσπασμα:
Πρός Διόγνητον - Οἱ Ἅγιοι κάθε ἐποχῆς
Οἱ χριστιανοὶ οὔτε ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ κατοικοῦν οὔτε ἀπὸ τὴ γλῶσσα ποὺ μιλοῦν οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ζωὴ τους διακρίνονται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε πόλεις ἰδιαίτερες ἔχουν οὔτε διάλεκτο ξεχωριστὴ οὔτε ζωὴ κάνουν φανταχτερή.
Ἡ θρησκεία τους εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ ἐπινόησε ἀνθρώπινο μυαλὸ καὶ δὲν τὸ καθίδρυσε ἀνθρώπινη φροντίδα οὔτε ἀνθρώπινη ἰδεολογία ἀκολουθοῦν ὅπως ὁρισμένοι φιλοσοφοῦντες.
Κατοικοῦν σὲ πόλεις ἑλληνικὲς καὶ βάρβαρες, ὅπου ἔλαχε ὁ καθένας τους, ἀκολουθώντας τὶς τοπικὲς συνήθειες στὰ φορέματα καὶ στὸ φαγητὸ καὶ στὸν ὑπόλοιπο βίο κι ὅμως ἡ πολιτεία τους φανερώνεται θαυμαστὴ καὶ ὁμολογουμένως παράδοξη.
Πατρίδα τους ἔχουν κι αὐτοὶ ἕνα ὁρισμένο τόπο, ἀλλὰ ὡς πάροικοι. Μετέχουν σὲ ὅλα ὡς πολίται καὶ ὅλα τὰ ὑπομένουν ὡς ξένοι. Κάθε ξένος τόπος εἶναι πατρίδα τους καὶ κάθε πατρίδα τους ξένος τόπος. Ὁπουδήποτε κατοικοῦν οἱ Χριστιανοί. Ἀλλά σάν πάροικοι πού ἀτενίζουν κάποια ἄλλη πατρίδα καί ὅπως λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος «οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».
Παντρεύονται ὅπως ὅλοι, κάνουν παιδιά, ἀλλὰ δὲν πετᾶνε τά παιδιά τους, ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν μέσα τους Χριστό. Κάθονται σὲ κοινὸ τραπέζι, ἄλλα δὲν ἔχουν κοινὴ κοίτη δηλαδή οὔτε πορνεύουν οὔτε μοιχεύουν. Ἐν σαρκί βρίσκονται, ἄλλα ζοῦν οὐ κατὰ σάρκα, δέν ἔχουν κοσμική, σαρκική νοοτροπία.
Στὴ γῆ περνοῦν τὶς μέρες τους, ἀλλά στὸν οὐρανὸ πολιτεύονται. Ὑπακούουν στοὺς νόμους τοῦ κράτους, ἀλλά μὲ τὴ ζωὴ τους νικοῦν τοὺς νόμους καί γίνονται παραδείγματα στήν κοινωνία.
Δέν εἶναι ἀνάγκη νά τούς πῇς τί ἀπαγοεύεται καί τί ὄχι, ἀπό μόνοι τους καί μέ τόν τρόπο πού ζοῦν ὅπως πρέπει νά ζοῦν καί κατά τόν Ἀπόστολον «δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται», γιά τόν δίκαιο δέν εἶναι ἀπαραίτητος ὁ νόμος.
Ἀγαποῦν ὅλους καὶ ὅλοι τοὺς καταδιώκουν. Δὲν τοὺς ξέρουν καὶ ὅμως τοὺς καταδικάζουν. Τοὺς θανατώνουν καὶ ζωοποοῦνται. Πτωχεύουν καὶ πλουτίζουν πολλούς. Ἀπὸ ὅλα στεροῦνται καὶ ὅλα τὰ ἔχουν περίσσια, γιατί ζοῦν «ἐν εὐσεβεία μετ’ αὐταρκείας», μέ λιτότητα καί αὐτάρκεια. Τότε δέν στεροῦμαι ὅταν μένω εὐχαριστημένος μέ ὅσα ἔχω.
Ἀτιμῶνται καὶ ἡ ἀτιμία τοὺς δοξάζει. Βλασφημοῦνται καὶ βγαίνουν δικαιωμένοι. Λοιδοροῦνται καὶ εὐλογοῦν. Ὑβρίζονται καὶ τιμοῦν. Ἀγαθοποιοῦν καὶ τιμωροῦνται ὡς κακοποιοί. Τιμωροῦνται καὶ χαίρουν ὡς ζωοποιούμενοι.

Αὐτοί εἶναι οἱ ἅγιοι. Ἡ λέξη Ἅγιος καί ἡ λέξη Χριστιανός σχεδόν ταυτίζονται στήν ἀρχαία χριστιανική ἐποχή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει· «Οὐκ οἴδατε ὅτι οἰ ἅγιοι τόν κόσμον κρινοῦση;» (Α΄ Κορ. στ΄, 2), δηλαδή, δέν γνωρίζετε ὅτι οἱ Χριστιανοί θά δικάσουν τόν κόσμο; Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται «Ἐγένετο δέ Πέτρον διερχόμενον διά πάντων κατελθεῖν καί πρός τούς ἁγίους τούς κατοικοῦντας Λύδδαν» (Πράξ. θ΄, 32), δηλαδή, διερχόμενος τά μέρη αὐτά, ὁ Ἀπ. Πέτρος, κατέβηκε καί πρός τούς Χριστανούς πού κατοικοῦσαν στή πόλη τῆς Λύδδας.
Ἕνα πολύ σημαντικό καί πάντα ἐπίκαιρο ἐρώτημα εἶναι κατά πόσον ὁ Χριστιανός εἶναι ἅγιος μέ ὅλες τίς σημασίες τῆς λέξεως, δηλαδή, ἱερός, ὅσιος, εὐσεβής, ἁγνός, σεμνός, ἠγαπημένος, ἐκλεκτός, ἠθικός, ἄμωμος, καθαρός, δίκαιος καί πολλές ἄλλες ἀρετές κεκοσμημένος.
Ἁγιότης ὅμως κυρίως εἶναι ἡ ἑνότητα μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει συγκεκριμένα· «Θεός γάρ ἐν ὅλοις ἐστί τοῖς πιστεύουσιν ἐγγύς ἔχων, κατά γε τόν ἐν ἁγιασμῷ νοούμενον τρόπον, τούς τοῖς εὐαγγελικοῖς ἀναπεπεισμένους κηρύγμασιν» (PG 74 745D/748A). Ὁ Θεός βρίσκεται μέσα στούς πιστεύοντας ἀνθρώπους, μέσα στά λείψανα τῶν ἁγίων, μέσα στούς λόγους τοῦ Εὐαγγελίου, μέσα στίς θυσίες τῶν μαρτύρων καί τῶν νεομαρτύρων καί παντοῦ ὅπου ἡ πρόνοια καί ἡ θέλησή του κρίνει. Οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, ἄς γίνουν παραδείγματα χριστιανικῆ ζωῆς καί σωτηρίας. Ἀμήν.