Ἑρμηνεία εἰς τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ

ΚΕΙΜΕΝΟ:

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὃς τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι. Ὃς γάρ ἐάν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ΄ ἂν ἀπολέσῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ, ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, αὐτός σώσει αὐτήν. Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπος, ἐάν καρδήσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ; ἤ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; Ὅς γάρ ἐάν ἐπαισχυνθῇ με, καί τούς ἐμούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καί ἁμαρτωλῷ, καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός αὐτοῦ, μετά τῶν Ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καί ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει (Μάρκ. η΄ 34 - θ΄ 1).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Μετά τήν ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ σημερινή Κυριακή εἶναι ὁ ἀπόηχος τῆς ἑορτῆς αὐτῆς. Ὁ Τίμιος Σταυρός δέν ὑψώθηκε μόνο γιά νά τόν δῇ ὁ λαός καί νά άναφωνήσῃ τό «Κύριε ἐλέησον» εἶναι παντοτεινά ὑψωμένος καί νοητά ὀρώμενος καί ἀποτελεῖ τή μεγάλη παιδεία καί τή μεγάλη παιδαγωγία τοῦ κάθε Χριστιανοῦ.
Εἶναι τό σχολεῖο στό ὁποῖο πρέπει νά φοιτήση ὁ πιστός γιά νά γίνῃ τέλειος χριστιανός. Ἡ παιδαγωγία τοῦ Σταυροῦ ἀρχίζει ἀπό τόν Παράδεισο. Ὁ Θεός πού ἐδημιούργησε τόν Ἀδάμ ἀγαθό, θά ἦταν χωρίς ἀξία ἄν δέν ἐδοκιμάζετο μέ μία παιδαγωγία πού ἦταν τό ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἦταν ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς τῆς ὑπακοῆς μέ αἰσθητή ἀναφορά τόν καρπό ἑνός δένδρου. Καί τότε ἀπεδείχθη ἡ ἐλευθερία τοῦ Ἀδάμ ἄρνηση στήν παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά καί καθ’ ὅλο τό μῆκος τῆς παλαιᾶς Διαθήκης ἀνοίχτηκε τό πελώριο καί διαχρονικό βιβλίο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σάν μάθημα ἰσόβιο, σάν σχολεῖο παντοτινό. Καί ἐπιμένει ὁ Θεός σέ αὐτήν τή μαθητεία προκειμένου νά ἐπιτευχθῇ ἡ σωτηρία.
Μερικά παραδείγματα:
Ἡ ἱστορία τοῦ Ἀβραάμ: Εἶναι μία ἱστορία συνεχοῦς πίστεως καί ὑπακοῆς ἦταν οὐσιαστικά μία παιδεία σταυρική. «Σήκω φύγε», «Πήγαινε ἐκεῖ» κλπ.
Ἡ ἔρημος ἦταν μία πορεία σταυρική: Ὅποιος ἀντιστάθηκε στήν παιδεία αὐτή ἐξηφανίσθη. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ κρέατος, τῶν σκόρδων καί τῶν κρεμμυδιῶν κατέστησε κάποιους ἀρνητές τῆς παιδεία τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ ἐκεῖνοι πού ὑπέμειναν τήν ἄσκηση σώθηκαν.
Οἱ ἐπιθυμίες: Ὅσοι ἤθελαν νά γυρίσουν πίσω κρίθηκαν ἐπιθυμητές καί ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἀντισταυρική. Ἄς προσέξουμε ὅτι καί οἱ τάφοι τους ὀνομάστηκαν «Τάφοι τῶν ἐπιθυμητῶν» πού πέθαναν στήν ἔρημο».
Οἱ αἰσθήσεις: Ὅσοι μᾶς λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη μπούχτησαν τό μάνα τῶν Ἀγγέλων δέν δέχτηκαν τήν παιδαγωγία τοῦ σταυροῦ. Γιατί τό μάνα ἦταν παιδεία τῶν αἰσθήσεων, ἦταν τροφή μέ πολλές ἐξ ὑποκειμένου γεύσεις, ἐνῶ ἐξ ἀντικειμένου ἦταν μία.
Στήν Καινή Διαθήκη δεσπόζει κατά αἰσθητό τρόπο ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς παιδαγωγεῖ ἄμεσα.
Ἡ παιδεία τῆς πίστεως: Ὁ ληστής (Κύριε θυμήσου με στή βασιλεία σου), ὁ ἐκατόνταρχος καί ἄλλοι, ἔβλεπαν πάνω στό σταυρό νά σταυρώνεται ὄχι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά Θεάνθρωπος. Ὁ σταυρός ἐδῶ γίνεται σχολεῖο παιδαγωγίας στήν πίστη.
Ἡ παιδεία τῆς ἀγάπης: Ἡ ἀγάπη πού ἐκφράζεται μέ ἕνα βαθύ ἐσωτερικό βίωμα, σάν τήρηση τῶν ἐντολῶν του, σάν ἀγάπη πρός ὅλα τά πλάσματά του (ἀνθρώπους καί φύση).
Ἡ παιδεία τοῦ καθήκοντος: Ὄχι μηχανιστικοῦ ἀλλά χρέους πού αἰσθανόμαστε ἀπό τήν καρδιά μας. Καί τά καθήκοντα εῖναι πολλά πρέπει πού ἐκπηδᾶ ἀπό τήν ἀγάπη. Καί τότε ἡ ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀνεβαίνει ψηλά.
Ἡ παιδεία τῆς ἐντίμου ἐργατικότητος: Ὅτι κάνουμε νά τό κάνουμε καλά σάν νά τό προσφέρουμε στό Θεό. Ἡ ἐντιμότητα στίς δοσοληψίες, στίς σχέσεις καί τίς ὑποσχέσεις. Καί αὐτό εἶναι μαθητεία παρά τῇ βάσῃ τοῦ σταυροῦ.
Τῆς φυλακῆς τῶν αἰσθήσεων: Φυλάει τίς αἰσθήσεις του ὁ πιστός διότι πιστεύει ὅτι ἡ ἀληθινή ζωή καί ἀπόλαυση βρίσκεται στούς οὐρανούς.
Τῆς ἀσκήσεως καί τῆς θυσίας: Νηστεία, Προσευχή καί κάθε ἁμαρτωλός περιορισμός. Σήμερα ἡ ἔννοια τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἀδιανόητη καί ὁ σημερινός ἄνθρωπος οὔτε κάν προσεγγίζει τήν ἔννοια τῆς ἀσκήσεως. Ἡ ἔννοια κόσμος καταλύει κάθε ἄσκηση. «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψεις ἔξετε» εἶπεν ὁ Κύριος, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον. Ἡ παιδεία τοῦ σταυροῦ φέρει καί τή νίκη ἐπί τοῦ κόσμου.
Ἐπανέλθομεν εἰς κρείτονα. Ἐχθρός τοῦ σταυροῦ τό κοσμικό φρόνημα. Ἀνδρεία θεμελιώδης ἀρετή μαζί μέ τήν πίστη.
Ὅποιος θέλει, μᾶς λέγει, ἄς ἔλθῃ πίσω μου, ἄς ἀπαρνηθῇ τόν ἑαυτό του, ἄς σηκώσῃ τό σταυρό του καί ἄς μέ ἀκολουθήσῃ. Οἱ δύο λέξεις· «ἀπαρνησάστω ἑαυτόν» δέν ἀποτελοῦν μία ἁπλή προτροπή, ἀλλά τή βάση τῆς «ἱδρυτικῆς σχέσεως» Χριστοῦ καί πιστῶν του.
Ἡ λέξη ἀπαρνησάσθω προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «ἀπαρνέομαι ἤ ἀπαρνοῦμαι» πού σημαίνει ἀρνοῦμαι ἀπολύτως, ἀπορρίπτω, ἐγκαταλείπω καί ἀποκηρύττω. Ἔχει διαφορετική σημασία, ἄν ἡ ἄρνηση άφορᾶ τήν πίστη ἤ τήν ἠθική.
Ἡ λέξη «ἑαυτός» εἶναι ἡ αὐτοπαθής ἀντωνυμία πού ἀναφέρεται σέ πράξεις κάποιου πρός τόν ἑαυτό του, πού τίς κάνει μόνος του καί χωρίς καμία ὑποκίνηση ἄλλου. Ἡ λέξη αὐτή κρύβει ἕναν ἐσωτερικό διάλογο τοῦ ἀνθρώπου καί πολλές φορές μία ἀντίθεση τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου ἤ τῆς συνειδήσεως μέ τό συγκεκριμένο ὑποκείμενο (πρόσωπο). Πολλές φορές ἐκφράζεται μέ τή λέξη «ἐγώ» καί τήν ἔννοια αὐτή, μᾶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες νά τήν πολεμήσουμε, γιατί κατ’ αὐτούς τό νά νικήσῳ τό «ἐγώ» μου σημαίνει νίκη κατά τῶν πειρασμών.
Κατ’ ἀρχήν πρέπει νά διευκρινίσουμε, ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καί ὁ ἑαυτός μας ἔχει μεγάλη, πολύ μεγάλη ἀξία. Τόσο μεγάλη, πού ἴσως δέν τό φανταζόμαστε. Αὐτό φαίνεται σέ πολλές περιπτώσεις.
Ὁ ὄγδοος ψαλμός λέγει ἀπευθυνόμενος στό Θεό γιά τόν ἄνθρωπο «ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καί τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν«, δηλαδή, τόν ἔκανες τόσο ἔνδοξο καί στεφανωμένο με τιμή, ὥστε εἶναι μόλις λίγο κάτω ἀπό τους ἀγγέλους.
Στήν Καινή Διαθήκη ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει μόνο τήν ἀξία τοῦ δημιουργήματος, ἀλλά καί τῆς ἀναδημιουργίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του λέγει ὅτι, οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι τυχαῖοι, ἀλλά «σύμμορφοι τῆς εἰκόνως τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ» δηλαδή, ὅτι οἱ ἄξιοι εἶναι προορισμένοι ἀπό τό Θεό νά ἀποκτήσουν τήν ἴδια ἠθική καί πνευματική μορφή μέ ἐκείνη τῆς ἔνδοξης εἰκόνας τοῦ Υἱοῦ του. Εἶναι λοιπόν ὁ ἄνθρωπος θεϊκό δημιούργημα καί λόγω τῆς δημιουργίας του ἔχει ὅλες ἐκεῖνες τίς δυνατότητες νά ὁδηγηθῇ στό καλό.
Λόγῳ ὅμως, τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ῥέπει καί πρός τό κακό, πρός τήν ἀνυπακοή καί πρός τήν ἁμαρτία. Καί τοῦτο γιατί ἐγκατέλειψε τό Θεό, ἔγινε δοῦλος στή σάρκα του καί «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς», δηλαδή, ἀντί νά κοιτάξῃ νά μοιάσῃ στό Θεό, πού τόν δημιούργησε, κοιτάζει καί μιμεῖται τά ἄλογα ζῶα.
Εἶναι ὅμως ἐλεύθερος στό καλό καί στό κακό. Ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία πού ἔδωσε ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας καί σέ καμία περίπτωση δέν τήν καταργεῖ, ἀκόμη καί ὅταν στρέφεται ἐναντίον του. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Ὁ Θεός καλεῖ καί προτρέπει, χωρίς νά ἐκβιάζει τήν ἀνθρώπινη θἐληση».
Πρέπει λοιπόν νά γίνῃ σαφές, ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος λέγει τό «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» δέν ἐννοεῖ νά ἀπαρνηθῇ τή θεϊκή του εἰκόνα, οὔτε τά στολίδια μέ τά ὁποῖα τόν στεφάνωσε ὁ Δημιουργός του, οὔτε τήν προσωπικότητά του, ἀλλά νά ἀπαρνηθῇ τόν κακό ἑαυτό του, τή ῥοπή πρός τό κακό καί τή διάπραξη τῆς κάθε εἴδους ἁμαρτίας.
Ν’ ἀπαρνηθῇ δηλαδή, τίς κακές του συνήθειες, τίς αἰσχρές του ἐπιθυμίες, τίς κακές του συναναστροφές, τίς διεστραμμένες καί βρωμερές του σκέψεις, τό σαπρό καί βλαβερό του λόγο, τίς παράνομες πράξεις του, μέ δυό λέξεις, νά ἀπαρνηθῇ τό φρόνημα τῆς σαρκός, τήν ἁμαρτωλή καί ἄσωτη ζωή, τήν ἀπληστία, τή φιλαυτία, τόν ἐγωϊσμό, τόν ὁποιονδήποτε δεσμό μέ τό κακό, τήν ἁμαρτία καί τό Διάβολο καί νά ζῇ ζωή ἁγία.
Ὁ Ἀπότολος Παῦλος ἑρμηνεύει θαυμάσια τό «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν», ὅταν λέγῃ: «Ἁποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός» (Ρωμ. ιγ΄ 12), δηλαδή, ἄς ἀφήσουμε τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας πού γίνονται κρυφά καί δέν φαίνονται σάν νά εἶναι σκοτάδι καί ἄς ντυθοῦμε, σάν ἄλλα ὅπλα τά φωτεινά ἔργα τῆς ἀρετῆς.
Τό ὁποῖο ἄς εὐχηθοῦμε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο καί ὅλοι μαζί. Ἄς γίνουμε καλοί μαθητές τῆς παιδείας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.