Τῇ ΙΣΤ΄ Κυριακῇ Τελώνου καί Φαρισαίου
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν. ιη΄ 9 - 14
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθείς πρός ἑαυτόν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καί ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δίς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. καί ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς οὐκ ἤθελεν οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἢ γάρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ἡ πρώτη Κυριακή του Τριωδίου εἶναι ἀφιερωμένη στὴ διδακτικὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, τήν ὁποία ὁ Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου νὰ διδάξῃ τή θεοφιλῆ ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καί νά στηλιτεύσῃ τήν ἑωσφορικὴ ἔπαρση. Ὁ Φαρισαῖος ἐκπροσωπεῖ τήν ὑποκρισία, ἐνῶ ὁ Τελώνης τήν ἀδικία καὶ τήν ἁμαρτωλότητα.

Ὁ πρῶτος ἀνεβαίνει στό ἱερό ὡς ἱκέτης καί ἀντί προσευχῆς καί ἐλέους, ἀντί νά ζητήσῃ συμπάθεια γιά τίς ἁμαρτίες του, γίνεται κριτής, κατακρίνοντας ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, χαρακτηρίζοντας πάντας ἅρπαγες, ἄδικους, πλεονέκτες, πόρνους, βέβηλους, μοιχούς, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του καί μέ προκλητικό τρόπο ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸ Θεό νὰ τὸν ἐπιβραβεύσῃ.

Περιγράφει μέ κάθε λεπτομέρεια πόση ἐλεημοσύνη δίνει, πόσο νηστεύει, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὁ Φαρισαῖος εἶναι χωρισμένος ἀπό τό Θεό κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα· «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται», ἀλλά καί «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται», καθώς ἐπίσης καί τά· «Μή καυχάσθω ὁ σοφός ἐν τῇ σοφία του, μηδέ ὁ δυνατός ἐν τῇ δυνάμει του, μηδέ ὁ πλούσιος έν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ».

Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος, δέν εἶναι παράδειγμα γιά μίμηση ἀλλά γιά ἀποφυγή, ἀφοῦ ὅταν προσευχόμαστε πρέπει νά ἀφήνουμε κάθε πάθος ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας, νά τούς συγχωροῦμε, ἀκόμη καί ἄν μᾶς ἔβλαψαν καί νά μήν καταφρονοῦμε τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ γιά τά ὁποῖα ὁ Κύριος εἶναι οἰκτίρμων καί ἐλεήμων καί γιά τοῦτο ἀνατέλει τόν ἥλιον ἐπί δικαίων καί ἀδίκων. Ὁ τρόπος προσευχῆς τοῦ Φαρισαίου ἦταν λανθασμένος. Ἡ προσευχή του, ὄχι μόνο δέν ἔγινε δεκτὴ, ἀλλά σώρευσε στόν ἑαυτὸ του περισσότερο κρίμα, ἐξαιτίας τῆς ἐγωπάθειάς του καί τῆς διαστραμμένης καί δαιμονιώδους θά λέγαμε ἀλύτρωτης πνευματικότητας.

Ὁ δεύτερος συναισθάνεται τὴ δεινή του κατάσταση καί μέ ἀληθινή ταπείνωση ζητεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ μετάνοιά του τὸν δικαιώνει μπροστὰ στὸ Θεό. Γίνεται δεκτὴ ἡ προσευχή του, σὲ ἀντίθεση μέ τόν ὑποκριτή Φαρισαῖο.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν νά εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου στὴ διδακτικὴ αὐτὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουμε τήν μεταπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί πώς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀγιάτρευτη ρίζα τοῦ κακοῦ, ἐμπόδιο γιά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, καί τὸ χειρότερο ἐμπόδιο γιά τή σωτηρία μας.

Στήν ὑπέροχη καὶ διδακτικὴ ὑμνωδία τῆς ἡμέρας αὐτῆς ψάλλουμε: «Μὴ προσευξόμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοὶ, ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες «Ἰλάσθητι ἡμίν, ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Τὰ τρία κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ψάλουμε ἀμέσως μετὰ τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου, δανείζονται εἰκόνες, λέξεις, ἐκφράσεις καὶ θεματολογία ἀπὸ τὶς τρεῖς εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῶν πρώτων Κυριακῶν τοῦ Τριωδίου ἀντιστοίχως, γιά νά μᾶς περιγράψουν τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς προσωπικῆς μετανοίας μας.

Τὸ πρῶτο ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὅτι· «ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι», ὁ ἕνας φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Αὐτή ἡ πορεία πρὸς τὸν ναὸ διαφαίνεται μέσα ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος· «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεύμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνω σου ἐλέει». Ἡ λέξη μετάνοια παράγεται ἀπό τό ρῆμα «μετανοῶ» (μετά + νοῶ), πού σημαίνει μεταβάλλω τρόπο νοήσεως, σκέψεως. Ἐπειδή, ὅμως, ὅπως σκεπτόμαστε, ἔτσι καί ζοῦμε, ἀλλάζοντας τρόπο σκέψεως ἀλλάζουμε ταυτόχρονα καί τρόπο ζωῆς. Ἑπομένως, μετάνοια σημαίνει ἀλλαγή τρόπου σκέψεως καί ζωῆς. Ζητᾶμε νά μᾶς ἀνοίξῃ ὁ Κύριος «πύλας» καί ὄχι «πύλη», γιατί μέ αὐτό δηλώνεται ἡ πολλαπλότητα τῶν ἐπιλογῶν μας. Μποροῦμε νά σωθοῦμε μέ πολλούς τρόπους, συμβατούς ὅμως μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.

Τὸ δεύτερο τροπάριο βασίζεται στὸ ιε΄ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου τό ὁποῖο περιγράφει τήν παραστατικότατη καί πνευματικότατη παραβολή τοῦ Ἀσώτου καθὼς λέγει.: «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοὶ τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τήν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας»
Καί ἐδῶ ζητᾶμε ἀπό τόν Κύριο νά μᾶς δώσει «τρίβους», δηλαδή σωτήριες ἐμπειρίες καί ὄχι «τριβή», δηλαδή ἕναν καί αὐστηρά συγκεκριμένο τρόπο πορείας.

Καί τέλος, τὸ τρίτο τροπάριο ἐμπνέεται ἀπὸ τήν τρίτη κατὰ σειράν Κυριακή, τήν Κυριακή τῆς Κρίσεως.: «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τήν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυῒδ βοῶ σοι· Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος».

Ἡ Κυριακή λοιπόν τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, διδάσκει τή μεγάλη ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης. Ὅποιος εἶναι ταπεινός, ἐκεῖνος εἶναι καί πρᾶος. Ἔχει λοιπόν ὁ ταπεινός τούς δύο χαρακτῆρες τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν πραότητα καί τήν ταπείνωση· «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. ια΄29). Καί ἀλλοῦ, προκειμένου νά δείξῃ ποῦ κατοικεῖ καί ποῦ ἀναπαύεται καί ὅτι αὐτός ὁ τόπος εἶναι ἠ καρδιά τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου, λέγει· «Καί ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί τρέμοντα τούς λόγους μου;» (Ἡσαΐου ξστ΄, 2).

Ὁ Τελωνισμός καί ὁ Τελωνικός στεναγμός, εἶναι μία πραγματική καί εἰλικρινής κατάσταση αὐτογνωσίας καί μία ὁδός πού ὁδηγεῖ στή μετάνοια καί στή διόρθωση. Δέν τό λέω, τό νιώθω, τό ἐνοῶ. Εἶναι μία ἀφανής προκοπή. Μία αὐτομεμψία. Μία γνώση ἑαυτοῦ. Μία Ὀρθόδοξη στάση. Μία συνειδητοποίηση τῆς ἁμαρτίας πού ζητᾶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διδάσκει ὅμως ἡ σημερινή παραβολή καί τόν τεράστιο κίνδυνο τῆς ὑπερηφανείας. Τοῦ ὑπερηφάνου ἡ καρδιά οὐδέποτε ἔχει ἀνάπαυση, γαλήνη, ἠρεμία, ἐπειδή δέν ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ· «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Παροιμ. γ΄, 34). Ὁ ὑπερήφανος καταφρονῶν τῆς διακρίσεως τό χάρισμα, γίνεται μωρός, ἀντάρτης, ἀποστάτης καί τελικά καταφρονεῖται καί ὑπό τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, διότι κανένας δέν μπορεῖ νά σωθῇ χωρίς νά μετανοήσῃ.

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀγιάτρευτη ρίζα τοῦ κακοῦ, ἐμπόδιο γιά τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας, καί τὸ χειρότερο ἐμπόδιο γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο, κατέβη οὗτος (ὁ Τελώνης) δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον του, παρά ἐκεῖνος (ὁ Φαρισαῖος)· διότι καθένας πού ὑψώνει τόν ἑαυτό του, θά ταπεινωθῇ, ἐνῶ αὐτός πού ταπεινώνει τόν ἑαυτό του θά ὑψωθῇ. Πρέπει λοιπόν νά ξεχωρίσουμε τήν πραγματική εὐσέβεια ἀπό τόν εὐσεβισμό. Εὐσέβεια εἶναι ἡ ἁγνή, ἄδολη καί ἀνιδιοτελής ἐπιτέλεση τῶν ἀρετῶν, πού εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεώς του μέ τό Χριστό. Εὐσεβισμός εἶναι ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου, ὡς δικαίου, πού ἔχει μερικές ἐπιφανειακές ἀρετές καί κάνει μερικά ἐξωτερικά ἔργα πρός «τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», πού γίνονται στήν προσπάθειά του νά προβληθῇ.

Εἴθε πάντες νά ζοῦμε τό ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς μετανοίας, ὥστε νά ἀπολαύσουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. ἀτενίζει τό Θεό Πατέρα καί κράζει· «ἁμάρτησα Κύριε, ἁμάρτησα. Ἐγώ εἶμαι ὁ φταίχτης καί καμία δικαιολογία δέν μπορεῖ νά ἐλαττώσῃ τό σφάλμα μου. Συγχώρεσέ με τόν ἁμαρτωλόν». Ἀμήν.