Τῇ 30ῃ Ἰανουαρίου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
Εἰς τήν Λειτουργ. Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον. ε΄ 14 - 19
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδέ καίουσι λύχνον καί τιθέασιν αὐτόν ὑπό τόν μόδιον, ἀλλ’ ἐπί τήν λυχνίαν, καί λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτως λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσιν τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τόν νόμον ἢ τούς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλά πληρῶσαι. ἀμήν γάρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μή παρέλθῃ ἀπό τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐάν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτως τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καί διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Σήμερα ἀγαπητοί ἀδελφοί 30η Ἰανουαρίου ἑορτάζουμε τή σύναξη τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Θά ξεκινήσουμε λοιπόν τήν ἱστορία καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς, ἀπό τά λόγια τοῦ ἀπολυτικίου τῶν ἁγίων, πού βρίσκεται στόν ἑσπερινό τῆς κοινῆς ἑορτῆς τους καί ἔχει ὡς ἑξῆς· «Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιρρύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν, θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν καί τόν θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τήν γλῶτταν χρυσορρήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν». Ὅλοι ὅσοι θαυμάζουμε τούς λόγους τῶν τριῶν μεγάλων Φωστήρων τῆς τρισυποστάτου θεότητας, δηλαδή τό Μέγα Βασίλειο, τό Γρηγόριο τό θεολόγο καί τόν κλεινό (ξακουστό) Ἰωάννη πού τό στόμα του ἔβγαζε χρυσάφι, ἄς τούς τιμήσουμε μέ ὕμνους. Γιατί αὐτοί πύρσευαν (φώτισαν) τήν οἰκουμένη μέ θεῖες διδασκαλίες. Γιατί σάν ποταμοί σοφίας κατάρδευσαν (πότισαν) ὅλη τήν κτίση μέ τ’ ἅγια νερά τῆς θεογνωσίας καί γιατί αὐτοί μεσολαβοῦν καί παρακαλοῦν πάντα τήν Ἁγία Τριάδα γιά μᾶς.

Αὐτοί λοιπόν εἶναι οἱ τρεῖς μεγάλοι φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἀληθείας, τά ἐξαίρετα πνεύματα καί οἱ χαρισματικές προσωπικότητες, πού συνεχίζουν νά λάμπουν στήν οἰκουμένη ἐδῶ καί πάνω ἀπό 1600 χρόνια. Εἶναι εὔλογη λοιπόν ἡ ἀπορία πολλῶν ἀνθρώπων πού διερωτῶνται, πῶς κατάφεραν καί οἱ τρεῖς αὐτοί μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, νά γίνουν τόσο χρήσιμοι στήν κοινωνία, ὥστε νά διαπρέψουν σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς τότε ζωῆς καί κυρίως στή φιλανθρωπία, στήν ἱεραποστολή, στὸ κήρυγμα καί στὴ συγγραφή. Ποιό ἦταν τὸ μυστικό τους; Ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία τους;

Ἕνα προσεκτικό βλέμμα στό βίο τους, θὰ μᾶς βοηθήσει νά καταλάβουμε πὼς μία ἦταν ἡ μυστική τους δύναμη. Ἀπὀ ’κεῖ ἀντλοῦσαν ἔμπνευση, φωτισμό, χάρη. Κι αὐτὴ ἦταν ἡ προσευχή! Ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεώς τους μὲ τό Θεό στίς κατανυκτικές μυστικές ἱκεσίες τους. Τὸ βεβαιώνουν οἱ ἴδιοι λέ­γοντας: «Οὐ­δὲν γλυκύτερον προσευχῆς» (Ἰωάννης Χρυσόστομος)· «Προσευχῆς και­­ρὸς ἔ­στω ἅ­πας ὁ βίος» (Μέγας Βασίλειος)· «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον» (Γρηγόριος Θεολόγος). Καί οἱ τρεῖς τους γεννήθηκαν καί ἀνατράφηκαν μέσα σέ σωστά χριστιανικά οἰκογενειακά περιβάλλοντα πού γνώριζαν τήν προσευχή. Καθοδηγούμενοι κυρίως ἀπό τίς μητέρες τους, πού ἦταν ἄνθρωποι τῆς προσ­ευχῆς. Πλησίαζε ὁ θάνατος γιά τήν ἁγία Νόννα, καί ἐκείνη τόν περίμενε προσευχομένη. Γιά νά γράψῃ ὁ γιός της Γρηγόριος: «Λίγη πνοή τῆς εἶχε ἀπομείνει, καί αὐτὴ τήν ἔδινε στό Θεό, στήν προσευχή».
Στήν προσευχή στήριξαν τίς ἀποφάσεις τους γιά τό μέλλον τῆς ζωῆς τους. Γι’ αὐτό, πρίν ξεκινήσουν νά ἐργασθοῦν μέσα στήν κοινωνία, διάλεξαν τήν ἔρημο. Σκοπός τους, νά μάθουν τήν προσευχή, νά ἑνωθοῦν μέ τό Θεό, νά ἀποκτήσουν τήν ἐμπειρία τῆς ἑνώσεως μαζί του καί ἔτσι νά προχωρήσουν στὴ ζωή τους. Μετά, ἄφησαν τήν ἔρημο γιά νά διακονήσουν τήν Ἐκκλησία κοντά στούς ἀνθρώπους σέ μιά δύσκολη ἐποχή. Στάθηκαν δίπλα στόν ἀνθρώπινο πόνο, ὑπερασπίστηκαν τούς ἀδικημένους, προστάτευσαν τούς πτωχούς. Σύμμαχός τους κανένας ἐπίγειος βασιλιᾶς, μόνο ὁ ἐπουράνιος Βασιλέας καί Πατέρας. Κατέφευγαν σ΄ αὐτὸν πάντοτε, καί μάλιστα στίς πιό δύσκολες ὧρες τῶν διωγμῶν, τῶν συκοφαντιῶν καί τῆς ἐξορίας.

Ταυτόχρονα μέσα ἀπό τήν προσευχὴ μᾶς προσέφεραν τή θεολογία τους. σέ μιά ἐποχή πού ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ κατασπάραζε τήν Ἐκκλησία πα­ρα­σύρον­τας καί πολλοὺς ἐπισκόπους, ἐ­κεῖνοι στάθηκαν βράχοι στὰ μανιασμένα κύματα τῶν αἱρέσεων, προσευχόμενοι. Μὲ τόν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνέλυαν βαθύτατα τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καί τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπαύγασμα τῶν προσευχῶν τους εἶ­ναι καί τά ἱερὰ κείμενα τῶν θείων Λειτουργιῶν, πού ἀξιώθηκαν νά συγγράψουν. Μέσα ἀπὸ τίς εὐχὲς τῆς Λει­τουργίας καταλαβαίνουμε τὸ μυστικό τους βάθος καί τόν πλοῦτο τῆς ψυχῆς τους. Ζοῦ­σαν τή θεία Λειτουργία, ἐνεπνέοντο ἀπό αὐτήν καί ἐνέπνεαν ὅσους τούς ἔζησαν ὡς λειτουργοὺς τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Οἱ τρεῖς αὐτοί φωστῆρες, πού ὅλα τά ἔκαναν μέ προσευχή ἀναχώρησαν ἀπὸ τόν μάταιο αὐτὸ κόσμο καί πάλι μὲ λόγια προσευχῆς στὰ χείλη. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδει­γμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, πού ἐπισφραγίζει τήν ἐπίγεια πορεία του μέ τά δοξολογητικάά λόγια: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Ἡ προσευχή καί ὁλόκληρη ἡ ζωή τους, ἄς εἶναι γιά μᾶς ὁδηγός καί παράδειγμα. Ἀμήν.