Τῇ Α΄ Κυριακῇ τῶν Νηστειῶν (Ὀρθοδοξίας)
Εἰς τήν Λειτουργ. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην. α΄ 44 - 52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τήν Γαλιλαίαν, καί εὑρίσκει Φίλιππον καί λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. ἦν δέ ὁ Φίλιππος ἀπό Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καί Πέτρου. εὑρίσκει Φίλιππος τόν Ναθαναήλ καί λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ. καί εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καί ἴδε. εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τόν Ναθαναήλ ἐρχόμενον πρός αὐτόν καί λέγει περί αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καί εἶπεν αὐτῷ· Πρό τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπό τήν συκῆν εἶδόν σε. ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καί λέγει αὐτῷ· Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καί εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. καί λέγει αὐτῷ· Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεῳγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ἡ πρώτη Κυριακή τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀφιερωμένη στή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας καί ὅλων τῶν αἱρέσεων. Πρίν ἀπό δώδεκα αἰώνες ἐπί ἑκατό χρόνια ἀναστατώθηκε ἡ χριστιανοσύνη γιά τό ζήτημα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἡ ἀφορμή καί τό πρόσχημα ἦταν ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ αἵρεση ὅμως εἶχε βαθύτερες ρίζες, κι ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἦταν μιά «ἀθεώτατη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων», ἀπέβλεπε δηλαδή σέ μιά γενική ἀνατροπή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦταν μιά ἀτυχής ἀνάμιξη τοῦ Κράτους στά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, σάν ἐκεῖνες πού πολλές φορές δυστυχῶς ἔγιναν στήν Ἱστορία, ἐξαιτίας τῶν ὁποίων πάντα ἡ Ἐκκλησία ἐπλήρωσε ξένες ἁμαρτίες. Ἡ εἰκονομαχία, ἦταν μιά ἀπό τίς πιό δραματικές περιπέτειες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν τό Κράτος ἦλθε σέ σύγκρουση μαζί της.
Φανερά μέν ἦταν τό ζήτημα τῶν εἰκόνων, στήν οὐσία ὅμως, γιατί τό Κράτος ἤθελε μιά ριζικώτερη ἀλλαγή καί μεταρρύθμιση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Στό τέλος νίκησε πάλι ἡ Ἐκκλησία καί ἐπικράτησε ἡ ορθή πίστη γιατί πάντα ἡ Ἐκκλησία νικᾶ, ὅταν ἀγωνίζεται γιάτά δίκαια τοῦ Θεοῦ. Σ’ ἐκείνη λοιπόν τή νίκη καί γενικά στούς ἀγώνες καί στό θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή ἑορτή.
Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι ἡ πολύτιμη κληρονομιά τῶν Πατέρων μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά τό ἔχωμε καύχηση πώς εἴμαστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί νά τό θεωροῦμε ἱερώτατο χρέος μας νά φυλᾶμε καί νά ὑπερασπίζουμε τήν Ὀρθοδοξία μας.
Ὁ Χριστός τό εἶπε καθαρά στούς Ἀποστόλους, ὅτι «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Οἱ καλύτερες καί οἱ ἐνδοξότερες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ἡμέρες τῶν διωγμῶν. Τό ὀδυνηρό στόν καιρό μας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν διώκεται ἀπό τήν εἰδωλολατρεία, ἀλλά ἀπό τούς ἴδιους τούς χριστιανούς.
Οἱ Χριστιανικοί λαοί, σάν καί νά κουράστηκαν νά σηκώνουν τό σταυρό τοῦ Κυρίου, πού στ’ ἀλήθεια δέν τόν σήκωσαν ποτέ, βιάζονται νά ξαναγυρίσουν στήν εἰδωλολατρεία. Οἱ σημερινοί ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ξένοι, εἶναι δικοί της ἄνθρωποι καί βαπτισμένοι χριστιανοί. Αὐτή εἶναι ἡ σύχγρονη δραματική περιπέτεια τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι βρίσκεται ἀντιμέτωπη σέ μιά νέα ἐσωτερική εἰκονοκλαστική ἐξέγερση.
Ὅταν ἐδῶ λέμε Ἐκκλησία, ἐννοοῦμε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι «ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία», πού εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας μας.
Εἶναι γνωστά τά λόγια τοῦ Συνοδικοῦ, πού διαβαζέται σήμερα στη Λιτανεία· «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίσις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξε». Καί εἶναι γνωστό στήν Ἱστορία πώς ἡ Ὀρθοδοξία στήριξε τήν Οἰκουμένη, ὅσο κι ἄν αὐτό ἀμφισβητήθηκε πρῶτ’ ἀπό του ξένους κι ὕστερα κι ἀπό μᾶς τούς ἴδιους, πού εἶναι ἀλήθεια πώς ἄρχισε νά μᾶς βαραίνει ἡ Ὀρθοδοξία.
Ἡ Οἰκουμένη, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ τό Συνοδικό, εἶναι ὁ τότε πολιτισμένος κόσμος, ὁ πρίν ἀπό τό σχίσμα χριστιανικός κόσμος, πού συμπίπτει σχεδόν μέ τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία. Πῶς μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τήν ἐθνική μας ἱστορία; Πῶς μποροῦμε νά ἀμφισβητήσουμε τό σπουδαῖο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στή διάσωση καί τήν ἀναβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ;
Εἶναι ἀρχαῖο ἀξίωμα τῶν ἱερῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας ὅτι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει ὀρθή πίστη καί δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ὅποιος θέλει νά εἶναι χριστιανός πρέπει νά ἀνήκη στήν Ἐκκλησία, κι ὅποιος θέλει τή σωτηρία του πρέπει νά ξέρη πώς μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία σώζεται. Χριστιανός θά πῆ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι πολλοί πού στά χαρτιά λέγονται χριστιανοί ὀρθόδοξοι, ἀλλά τήν Ἐκκλησία δέν τήν ξέρουν, γιατί θαρροῦν πώς δέν τούς χρειάζεται.
Πιστεύουν πώς ἀρκεῖ νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι καί πείθουν τόν ἑαυτό τους πώς πραγματικά εἶναι καλοί. Τό Χριστιανός ὅμως δέν τούς λέγει τίποτε οὔτε τό καταλαβαίνουν, φτάνει ὅμως πού πιστεύουν πώς εἶναι καλοί ἄνθρωποι, ἀφοῦ καί οἱ ἄλλοι τούς βλέπουν γιά καλούς ἀνθρώπους.
Οἱ χριστιανοί, πού μπορεῖ καί νά μήν εἶναι ἀπό τούς λεγόμενους καλούς ἀνθρώπους, εἶναι καί μένουν μέσα στήν Ἐκκλησία καί παλέβουνε νά γίνουν καλοί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι φτιάχνονται στήν Ἐκκλησία, μέ τόν δικό τους πνευματικό ἀγώνα καί μέ τή θεία χάρη, πού ἀναπληρώνει τά ἐλλείποντα καί θεραπεύει τά ἀσθενῆ.
Ὁ κόσμος πραγματικά καλυτερεύει, ὅταν μέσα μας ριζώνη ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἑδραιώνεται ἡ ἀληθινή πίστη. Γιατί ἡ πίστη δέν εἶναι μιά θεωρητική γνώμη, ἀλλά ἡ δύναμη μέσα μας, πού μᾶς φτερώνει καί μᾶς ἀναβάζει στόν οὐρανό.
Ἑορτάζοντας καί σήμερα τή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας καί ὅλων τῶν αἱρεσέων, εὔκαιρο εἶναι νά δώσουμε ἄλλη μιά φορά καί νά ἀνανεώσουμε τήν παλαιά ὑπόσχεση· Δέν θά σέ ἀπαρνηθοῦμε, ἀγαπητή μας Ὀρθοδοξία˙ δέν θά σέ ψευτίσουμε, ἱερή καί σεβαστή κληρονομιά τῶν πατέρων μας· «Οὐκ ἀπαρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας», ὅπως ἐκφώνησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός.