Τῇ Γ΄ Κυριακῇ τῶν Νηστειῶν (Σταυροπροσκυνήσεως)
Εἰς τήν Λειτουργ. Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον. η΄ 34 – θ΄ 1

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι. ὃς γάρ ἂν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γάρ ἐάν ἐπαισχυνθῇ με καί τούς ἐμούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καί ἁμαρτωλῷ, καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρός αὐτοῦ μετά τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καί ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Ὁ Σταυρός σήμερα βρίσκεται στό μέσον τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λέγει καί τό σημερινό Ἐξαποστειλάριο· «Σταυρόν Χριστοῦ τόν τίμιον, σήμερον προτεθέντα, ἰδόντες προσκυνήσωμεν» καί ἀφοῦ τόν δούμε καί τόν προσκυνήσουμε μέ τή θέλησή μας θά εὐχαριστηθοῦμε πολύ καί θά ἀξιωθοῦμε νά φθάσουμε χωρίς κατάκριση στήν Ἀνάσταση.
Αὐτόν τόν ἀσπασμό τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πρέπει νά τόν κάνουμε μέ δυνατή φωνή καί μέ ὡδαῖς δοξολογίας φωνάζοντας· «Σταυρέ πανσεβάσμιε, καθαγίασον ἡμῶν, τάς ψυχάς καί τά σώματα» μέ τή δύναμή σου καί κάνε μας ἄτρωτους ἀπό κάθε βλάβη.
Σήμερα ἑορτάζουμε τό Σταυρό τοῦ Κυρίου. Τό Τίμιο ξύλο πάνω στό ὁποῖο ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά χάρη μας. Γιά τό λόγο αὐτό ἤλθαμε στόν ἅγιο τοῦτο χῶρο γιά νά μιλήσουμε γι’ αὐτό τό Τίμιο ξύλο. Ἡ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τή δύναμη τοῦ κόσμου. Δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν ἐπίδειξη, μέ τήν προβολή, μέ τή μαγεία, μέ τήν ἐλκυστικότητα καί μέ τήν εἰκονική πραγματικότητα.
Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ εἶναι μέν ὑπερφυσική καί ἀνίκητη, πλήν ὅμως εἶναι ἡ δύναμη πού δίνεται ἀπό τό Χριστό μόνο στούς ταπεινούς, στούς καλοπροαίρετους, στούς ὑπάκουους, στούς ἀμνησίκακους, στούς ἐλεήμονες καί σέ ὅλους ὅσους ἀγαποῦν τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους ἀληθινά καί μυστικά. Κυρίως ὅμως, εἶναι δύναμη πίστεως καί ἀγάπης, πού ἐνῶ μπορεῖ νά μετακινήσῃ βουνά, ἐν τούτοις δέν «περπερεύεται», δηλαδή δέν ὑπερηφανεύεται.
Ὁ Σταυρός σου Κύριε, εἶναι ἡ ἱστορία μας καί τό σημεῖο πού μᾶς συνδέει μέ σένα. Ἡ θεία φωνή πού διηγεῖται τό ἔλεό σου καί τήν ἀγάπη σου. Ὁ ἀδιάψευστος μάρτυρας τῆς κακίας μας, τῆς ἐνοχῆς μας, τῆς καταπτώσεώς μας, ἀλλά καί τῆς δόξας καί τῆς τιμῆς πού ἔχουμε γιά σένα. Εἶναι ἡ ἀνοιχτή ἀγκαλιά πού μᾶς καλεῖ κοντά σου. Εἶναι ὁ ἦχος τῆς φωνῆ σου πού μᾶς λέει· «Σταυρώθηκα γιά σᾶς» καί παιανίζοντας σάν τή σάλπιγγα, συντρίβει τό ψέμα, ὅπως τό σιδερένιο ραβδί τά πήλινα σκεύη. Εἶναι, τό αἷμα σου τό πορφυρό, πού γεμίζει τίς παλάμες μας καί μᾶς καλεῖ νά σηκώσῃ ὁ καθένας μας τό δικό του σταυρό.
Εἶναι τό ὄργανο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ταυτόχρονα καί υἱός τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Νυμφίος τῆς ψυχῆς μας, ὁ σεμνός καί μακάριος, πού ἀνέβηκε μέ θάρρος στό μέχρι τότε κακόφημο ξύλο καί καρφώθηκε χωρίς νά μιλήσῃ. Καί ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ἐκεῖνο τό ὄργανο, ἔγινε φωτεινό καί σωτήριο σύμβολο, φανερώνοντας ἔτσι διαθήκη ἁγία.
Εἶναι μεγάλο τό μυστήριο τοῦ πάθους σου Κύριε. Ἐκεῖ πού μαστίγια καί συνέδρια καί ἀγκάθινα στέφανα καί Γολγοθᾶ μονοπάτια καί καρφιά καί ὕβρεις καί χλευασμοί. Καί ἐδῶ, πού μέ τά ἴδια μας τά χωματένια χέρια, πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, τήν κάθε μέρα καί τήν κάθε Κυριακή, τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου βιώνουμε τή δύναμη.
Ἡ θέα τοῦ σταυροῦ ἐμπνέει τὴν σταύρωση τῶν παθῶν. Προσφέρει τή δυνατότητα γιά ἀνάνηψη καί βοηθᾶ τήν ἀνθρώπινη καρδιά νά μήν παρασυρθῇ ἀπό τήν οἴηση, ἀφοῦ ὁ Τίμιος Σταυρός μᾶς διδάσκει, τήν αὐθόρμητη καί ἀληθινή ταπείνωση. Ἄς ἀτενίσουμε λοιπόν τήν εἰκόνα τοῦ Σταυροῦ, ἄς κάτσουμε κάτω ἀπό τόν ἴσκιο του καί ἄς τόν παρακαλέσουμε νά στέλνῃ στήν ἀθάνατη μας ψυχή, τή βροχή τῆς θείας του χάριτος γιά νά μᾶς βοηθᾶ ν’ ἀντιμετωπίζουμε τά μανιασμένα κύματα τῶν πειρασμῶν τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου. Διότι ὁ κόσμος καί ὁ διάβολος εἶναι οἱ ἔχθροί τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ κόσμος καί ὀ διάβολος δέν ἀφήνουν σέ χλωρό κλαρί τόν ἄνθρωπο καί χρησιμοποιοῦν κάθε μέσο γιά νά τόν ἐκτροχιάσουν. Ποιά ἔννοια ἔχουμε γιά τίς δύο αὐτές λέξεις, τόν κόσμο καί τό διάβολο; Τί εἶναι ὁ διάβολος; Εἶναι αὐτός πού κυριαρχεῖ στή ματαιότητα καί στήν ψευτιά καί σ’ αὐτούς πού εἶναι κυριευμένοι ἀπό τή ματαιότητα. Τί σημαίνει κόσμος; Ἡ λέξη κόσμος προέρχεται ἐκ τοῦ κεῖσθαι καί ἐκ τοῦ κοσμῷ. Σημαίνει τό καλώπισμα. Σημαίνει καί τόν πρός πλάνη καί ἡδονές ὁδηγούμενο. Σημαίνει αὐτό ἀκριβῶς πού ὁρίζει ἡ θεία Γραφή ὅταν ἀναφέρεται στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί λέει· «Ὅτι αὐτοί δέν ἦσαν ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλά τούς διάλεξε ὁ Κὐριος ἐκ τοῦ κόσμου. Καί ὁ κόσμος αὐτόν δέν τόν γνώρισε, γιατί τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὁ κόσμος δέν μπορεί νά τό λάβῃ, γιατί ὁ κόσμος ἐδῶ ταυτίζεται μέ τό πονηρό».
Δέν δίσταξαν «ὁ κόσμος καί ὁ διάβολος», νά τά βάλουν ἀκόμα καί μέ τόν ἴδιο τό Χριστό. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος περιγράφει μέ ζωντανά χρώματα καί ἐνδιαφέρουσες παραστάσεις τή μάχη τοῦ Χριστοῦ, πάνω στό Σταυρό, τίς λοιδωρίες τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τίς πονηρές ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου. Ἄς δοῦμε μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τό λόγο τοῦ Ἁγίου στό Πάθος καί στό Σταυρό τοῦ Κυρίου (ΕΠΕ, τόμ. 12, σελ. 51 - ):
«Τήν ὥρα πού ὁ περισσότερος κόσμος, στρατιῶτες, Ἰουδαῖοι, άλλά καί ὁ ἕνας ληστής, τόν πείραζαν καί τόν χλεύαζαν, λέγοντάς του τό γνωστό «ἄν εἶσαι Υἱός τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπό τό Σταυρό» καί διάφορα ἄλλα, ὁ διάβολος τοῦ ἔκανε συνεχόμενες πονηρές ἐπιθέσεις.
Ὁ διάβολος, δέν γνώριζε ἄν ὁ Χριστός ἦταν Θεός ἤ ἄν ἦταν ἄνθρωπος. Γιά τοῦτο, ἔκανε τίς ἐπιθέσεις του καί μετά σταμάταγε. Φοβόταν νά συνεχίσῃ καί δέν ἤθελε νά σταματήσῃ. Ἄν διαπίστωνε ὅτι ἦταν Θεός θά τό ἔβαζε στά πόδια, ἐνῶ ἄν διαπίστωνε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος θά τόν περιφρονοῦσε καί θά ἐπιδίωκε τό θάνατό του.
Δέν μποροῦσε νά φαντασθῇ ὁ διάβολος τή Θεότητα κρυμμένη μέσα στήν ἀνθρωπότητα. Αὐτό ἦταν πρωτάκουστο καί ἄγνωστο σ’ αὐτόν. Ἔψαχνε λοιπόν ὀ διάβολος τήν κατάλληλη εὐκαιρία τήν ὁποία καί αὐτός γνώριζε ὅτι ἄν τή χάσῃ θά καταπατηθῇ ὑπό πάντων.
Ὁ Κύριος ὅμως πού ἔβλεπε τήν πονηρία του, ἔκρυβε τή θεότητά του καί συμπεριφερόταν ὡς ἄνθρωπος, γιά νά τόν ξεγελάσῃ, νά ξεθαρεύσῃ, νά τόν πλησιάσῃ, νά δῇ τήν ἀδυναμία του, νά δεχθῇ τήν πρόσκληση καί νά παλέψῃ μαζί του σάν γεναῖος παλαιστής.
Καί ἐνῶ ὁ Κύριος προσκαλοῦσε τό διάβολο μέ τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία του, μέ τή θεία-δύναμή του ἐνίσχυε τήν ἀνθρώπινη φύση ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ της.
Ἔτσι στά γεγονότα πού ἀκολούθησαν, ὅταν ὀ Κύριος στεναχωρήθηκε γιά τό θάνατο καί ἔγινε περίλυπος, ὅταν παρακαλοῦσε νά μήν πιῇ τό πικρό ποτήρι καί ὅλα τά ἄλλα γνωστά, τότε, ὁ ἀντίδικός μας, πλησιάζει αὐτόν ὡς ἄνθρωπο, καί ἀντιμετωπίζει χωρίς νά τό περιμένη τή θεία του δύναμη. Τότε θά μποροῦσε κανείς νά βλέπη τό διάβολο μαζί μέ ὅλη τή στρατιά του, μαζί μέ ὅλες τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες του νά φεύγῃ τρέχοντας καί ν’ ἀνεβαίνῃ στόν ἀέρα.
Ὁ Κύριος λοιπόν, μέ τή δύναμή του ἀπεγύμνωσε τό διάβολο, τόσο στή γῆ καθαρίζων αὐτήν μέ τό αἷμά του καί μέ τό ὕδωρ τῆς πλευρᾶς του, ὅσο καί στόν ἀέρα μέ τό ἅπλωμα τῶν χεριῶν του πάνω στό Σταυρό. Ἡ μάχη ἦταν μεγάλη.
Ὅταν ὁ Κύριος εἶδε τό διάβολο νά φεύγῃ φώναξε μέ ἀνθρώπινη φωνή· «Ἐλωΐ, Ἐλωΐ λιμᾶ σαβαχθανί, δηλαδή, Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες» καί ὁ διάβολος μεταπείστηκε ἤ μᾶλλον παραπλανήθηκε ἀπό αὐτό, πίστεψε πώς ἦταν ἁπλός ἄνθρωπος, πλησίασε, ξανά ἐπιτέθηκε γιά νά τό βάλῃ καί πάλι στά πόδια.
Κυνηγημένος ὁ διάβολος κατέφυγε στόν Ἅδη, ἀλλά καί μετά τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί τήν Κάθοδό του στόν Ἅδη, ἀπεγυμνώθη ἐντελῶς καί ἐξεδιώχθη καί ἀπό ἐκεῖ. Καθόταν λοιπόν δίπλα στίς πύλες τοῦ Ἅδου καί παρακολουθοῦσε πού ἔβγαζαν ἔξω ὅλους τούς δεμένους ἐκεῖ μέσα, μέ τή γεναιότητα τοῦ Σωτῆρος.
Αὐτή ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ, ἐπί τοῦ τοῦ διαβόλου πάνω στό Σταυρό, περιγράφεται στό παρακάτω τροπάριο. Ὁ Σταυρός γἰνεται ὅπλο στά χέρια μας ἐναντίον τοῦ διαβόλου: Κύριε, ὅπλον κατὰ τοῦ Διαβόλου τὸν Σταυρόν σου ἡμῖν δέδωκας· φρίττει γὰρ καὶ τρέμει, μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τὴν δύναμιν, ὅτι νεκροὺς ἀνιστᾷ καὶ θάνατον κατήργησε. Διὰ τοῦτο προσκυνοῦμεν τὴν ταφήν σου καὶ τὴν Ἔγερσιν.
Ἐνῶ στό παρακατω τροπάριο, ὑμνεῖται ὁ Χριστός πού κατέβηκε ἐξ οὐρανοῦ για νά μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπό τό σκοτάδι. «Ἀνῆλθες ἐπὶ Σταυροῦ, Ἰησοῦ, ὁ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ, ἦλθες ἐπὶ θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, πρὸς τοὺς ἐν σκότει, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, πρὸς τοὺς πεσόντας, ἡ πάντων ἀνάστασις, ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι».
Δέν εἶναι ὅμως μόνο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος πού ἀσχολεῖται σέ θέματα σχετικά μέ τό Τίμιο αὐτό ξύλο. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔχουν κατι νά ποῦν καί νά κάνουν γι’ αὐτό.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπικαλεῖται τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ γιά νά διώξῃ τό διάβολο καί τοῦ λέει· «Φεύγα ἀπό τήν ψυχή, δολομήχανε, φεύγα ἀμέσως, φεύγα ἀπό τό σῶμα, φεύγα ἀπό τή ζωή μου... Τό σταυρό ἔχω στά μέλη μου, τό σταυρό στήν πορεία μου. Δέν θά πάψῃς νά μέ παραμονεύῃς, κακόσχολε; Δέν πᾶς στό γκρεμό;»
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει μέ ἔμφαση· «Ὅπως τό νερό βαστάζει τή γῆ, ἔτσι καί ο Σταυρός βαστάζει τήν οἰκουμένη. Εἶναι λοιπόν ἀπόδειξη δυνάμεως καί σοφίας καί μπορεῖ νά πεισθῇ κανείς, ὅτι ὄχι μόνο δέν σκανδαλίζει, ἀλλά καί ἑλκύει».
Θά μπορούσαμε νά μιλήσουμε γιά τίς ἀπόψεις πολλῶν ἁγίων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας σχετικά μέ τόν Τίμιο Σταυρό. Θά περιοριστοῦμε ὅμως σέ ἕνα χαρακτηριστικό τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Σταυρώσεως, τό ὁποῖο μᾶς ζητά νά ἐφαρμόσουμε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, δηλαδή στό νά σταυρώσουμε· «τή σάρκα μαζί μέ τά παθήματα καί τίς ἐπιθυμίες μας».
Βλέπουμε μέ βεβαιότητα, ὅτι κανένας ἄνθρωπος δέν πρέπει ν’ ἀπαιτῇ νά γίνεται ἐκεῖνο πού θέλει, ἤ ἐκεῖνο πού νομίζει ὅτι τόν συμφέρει ἤ ἐκεῖνο πού τόν βολεύει ἤ ὅπως αὐτός νομίζει ὅτι πρέπει νά ἐξελίσσονται τά πράγματα. Οὔτε ὁ Ἀβραάμ ἔκανε ἐκεῖνο πού ἤθελε, ἀλλά ὑπάκουγε στίς ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ. Οὔτε κανένας ἅγιος ἔκανε ἁπλῶς καί ὅτι ἤθελε ἀλλά ἐκεῖνο πού μέ ἀποκαλυπτική πληροφόρηση μάθαινε ὅτι ἦταν ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ. Χιλιάδες μάρτυρες σταυρώθηκαν μέ διάφορους τρόπους γιά νά μήν ξεφύγουν ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί προδώσουν τήν πίστη τους.
Πῶς λοιπόν ἐμεῖς σήμερα ἀντιλαμβανόμαστε τή σταύρωση καί τή συνταύτιση τῶν «θέλω μας» μέ ἐκεῖνα πού θέλει ὁ Θεός; Μήπως νομίζουμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦμε τό δικό μας μειονεκτικό, συμφεροντολογικό καί ἐν πολλοῖς ἀπαράδεκτο θέλω; Μήπως ἐν ἀγνοία μας, μερικές φορές, προβάλουμε τό θέλημά μας, σάν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ κατ’ ἀλήθεια εἶναι ταυτόσημο μέ τό θέλημα τοῦ διαβόλου;
Ἡ «σταύρωση τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μας» εἶναι ἔννοια βγαλμένη μέσα ἀπό τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου μας πού εἶπε· «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάτω ἑαυτόν καί ἀράτω τῷ σταυρῷ αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι» καί γιά τό λόγο αὐτό, ὁ σωστός μιμητής τοῦ Χριστοῦ, ὁ γνήσιος οἰκονόμος, ὁ ἐνδιαφερόμενος γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὁ καθένας πού θέλει νά ἀγωνισθῇ γιά τή σωτηρία του πρέπει νά σκύψῃ πολύ χαμηλά τό κεφάλι καί νά ὑπομείνη μέ χαρά τό δικό του, τό προσωπικό του σταύρωμα. Τό πραγματικό καί χωρίς ἐξαιρέσεις σταύρωμα τῶν φαινομένων καί μή φαινομένων παθῶν του. Γιατί πόσο ἀξίζει νά συμβουλεύῃ κανείς τούς ἄλλους καί ὁ ἴδιος νά μένῃ ἀδιόρθωτος; Ἡ σταύρωση τῶν παθῶν ξεκινᾶ ἀπό τό «ἐγώ». Ξεκινᾶ ἀπό τήν πλήρη καί σωστή αὐτοπαρατήρηση. Γιά ὅλους λοιπόν καί γιά ὅλα καί μάλιστα χωρίς ἐξαίρεση.
Δέν νομίζω ὅτι μπορεῖ νά συμβαδίζῃ τό σταύρωμα μέ τήν ἰσχυρογνωμοσύνη, μέ τόν ἐγωϊσμό, μέ τήν ὑπερηφάνεια, μέ τήν ὑποκρισία, μέ τήν αὐτοπροβολή, μέ τήν ἐπιβολή δυνάμεως, μέ τή λεγομένη «μαγκιά», μέ τή βία, μέ τήν αὐθαιρεσία, μέ τήν ἀδικία, μέ τόν φανατισμό, μέ τήν κακία καί τή μνησικακία καί μέ τόσες ἄλλες κακίες πού δέν μποροῦν νά φυτρώσουν στό περιβόλι τῆς ἀληθινῆς καί κατά Χριστόν σταυρώσεως.
Ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς κατά Θεόν σταυρώσεως εἶναι καί τά δάκρυα. Γιατί τά δάκρυα, τά ἀληθινά δάκρυα, εἶναι ἀποτέλεσμα μετανοίας, εἶναι δεῖγμα στροφῆς ἀπό τά πάθη, εἶναι γλῶσσα πού μιλάει. Ἄν ἐπιχειρήσουμε νά μεταφράσουμε τά ἀληθινά δάκρυα σέ λόγια, τότε θά πλημμυρίσουν τή ζωή μας συναισθήματα καί πόνος. Τότε, θά βλέπαμε καί θά ἀκούγαμε πράγματα πού ἀλλιῶς δέν βλέπονται καί δέν ἀκούγονται. Θά γνωρίζαμε ἄπειρες, αὐθόρμητες συγκινήσεις τῆς καρδιᾶς. Ὅπου ἀληθινή μετάνοια, ἐκεῖ καί ἀληθινά δάκρυα καί ὅπου πηγαία δάκρυα, ἐκεῖ καί πηγαία μετάνοια. Δέν εἶναι ὅμως, μόνο γνώρισμα μετανοίας καί στροφῆς τά ἀληθινά δάκρυα. Εἶναι καί προωθητική δύναμη διορθώσεως καί ἄνεμος ἀλλαγῆς καί χαλινάρι ταπεινότητος καί βάλσαμο χαρᾶς πού καθιζάνει μετά ἀπό ἔστω καί ἕνα αὐθόρμητο δάκρυ πού θά κυλήσῃ στά μάγουλά μας.
Τό δάκρυ εἶναι ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δῶρα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί δέν ὑπάρχει χειρότερο πρᾶγμα γιά ὅποιον δέν μπορεῖ νά κλάψῃ, νά βγάλῃ τό κακό ἀπό μέσα του, ν’ ἀνασάνῃ. Τά δάκρυα λοιπόν μιλοῦν καί μάλιστα πολύ ἔντονα, πιό αὐθόρμητα καί πιό ἀποτελεσματικά ἀπό τά λόγια. Ὑπάρχουν βέβαια ἄνθρωποι πού ντρέπονται νά κλάψουν εἰδικά μπροστά σέ άλλους! Ἴσως τό θεωροῦν ἀδυναμία.
Ὑπάρχουν ὅμως δυστυχῶς καί ἄλλοι πού χύνουν ψεύτικα δάκρυα γιά νά παραπλανοῦν.
Ὅταν ὅμως ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι περί τῆς ἀναγκαιότητος τῶν δακρύων, δέν ἀναφέρονται στά δάκρυα τά προερχόμενα ἐκ τῆς φυσικῆς ἰδιοσυγκρασίας ἑκάστου, οὔτε στά δάκρυα πού βγάζουν οἱ ἠθοποιοί καθαρίζοντες κρεμμύδια, γιά νά παίξουν τό ῥόλο τους. Ἐννοοῦν τά δάκρυα πού ἀναβλύζουν μέ κόπο, πόνο καί αἷμα ψυχῆς καί κατά τόν Προφητάνακτα «ἐκ καρδίας συντετριμμένης καί τεταπεινωμένης».
Δικαίως ὀνομάζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης τά δάκρυα αὐτά τῆς μετανοίας δεύτερο βάπτισμα. Διότι ἐπαναφέρουν τήν Θεία Χάρη πού χάνουμε ἐξ αἰτίας τῆς ἀμελείας, τῆς σκληρότητος, τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς ἀγνωσίας. Ἡ καθαρτική δύναμη τῶν δακρύων εἶναι τέτοια, πού μπορεῖ νά καθαρίζῃ τό χιτῶνα τῆς ψυχῆς καί νά τόν κάνει καινούργιο καί φωτεινό. Εἰδικά, ἡ γεμάτη δάκρυα Προσευχή φέρνει καρπό πνευματικό, κάμπτει τό Θεῖο ἔλεος καί κάνει τόν Κύριο νά ἐπιβλέπη μέ Θεία στοργή στήν ψυχή μας.
Ὀφείλουμε λοιπόν νά δακρύζουμε, μᾶς λέγει ὁ Φιλοκαλικός ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης. Ὄχι ὅμως, μόνο οἱ ἅγιοι, ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι μιλοῦν θετικά γιά τήν ἀνάγκη τὼν δακρύων. Ὁ Βίκτρω Οὐγκώ λέγει «Τά μάτια δέν βλέπουν καλά τό Θεό, παρά μόνο μέσα ἀπό δάκρυα». Στή λαϊκή σοφία λέγεται ὅτι «οὔτε ἡ γῆ ἀνθίζει χωρίς βροχή, οὔτε ἡ ψυχή χωρίς δάκρυα». Καί μία ἄλλη λέει· «Ῥώτησα ἕνα λουλούδι, ἕνα πουλί καί ἕναν ἄνθρωπο, τί εἶναι ἀγάπη. Καί τό λουλούδι ἄνθισε, τό πουλί καλάηδησε καί ὁ ἄνθρωπος δάκρυσε».
Προσοχή ὅμως σέ τυχόν λανθασμένες καί κακόβουλες ἑρμηνεῖες. Ἡ σταύρωση καί τά δάκρυα καί ὅλα τά ἀλλα σχετικά γίνονται μέ τή θέληση τῶν Χριστιανῶν καί δέν ἔχουν σάν στόχο τήν αὐτοτιμωρία, ἀλλά τήν ἀποφυγή τῆς ἁμαρτίας, τή μεταφορά, ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν μέ τό Θεό, καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπό τήν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του. Μιλᾶμε γιά δάκρυα λύτωσης καί ὄχι ἀρρωστημένης συμπεριφορᾶς.
Ὅσον ἀφορᾶ ὅσους χρησιμοποιοῦν τά δάκρυα τά ψεύτικα, τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ καί τά Ἱερά Μυστήρια σάν ἐμπόριο καί σάν σκαλοπάτι ἐπιτεύξεως προσωπικῶν, ὑλικῶν καί ἀντιεκκλησιαστικῶν σκοπῶν, τότε σέ αὐτούς ταιριάζουν μόνο τά λόγια τοῦ Κυρίου πού λένε ὅτι· «τούς συμφέρει νά κρεμάσουν στό λαιμό τους μυλόπετρα καί νά βουλιάξουν μέσα στή θάλασσα».
Αὐτό ἰσχύει γιά ὅλους τούς θεομπαῖχτες. Δέν ἐξαιρεῖται κανείς οὔτε λαϊκός, οὔτε κληρικός, οὔτε Διάκονος οὔτε Πατριάρχης. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι, τό συμφέρον, τό καλῶς ἐνοούμενο συμφέρον τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας εἶναι, νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι νά χρησιμοποιοῦμε τήν Ἐκκλησία σάν ἐμπόριο καί ἐμπόρευμα.
Εἶναι φανερό, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Σταυροῦ συνεχίζεται στίς διάφορες ἐποχές, μέ ἀμείωτη σφοδρότητα. Ἡ οὐσία τῆς μάχης δέν ἀλλάζει, ἤ μᾶλλον ἀλλάζει μόνο στά μέσα, στούς τρόπους, στίς στρατηγηκές καί σέ ἄλλα ἐξωτερικοῦ καί μή οὐσιαστικοῦ τρόπου στοιχεῖα. Στήν οὐσία της, ἡ μάχη τοῦ Σταυροῦ συνεχίζεται ἀμείλικτη μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν καί ἐναντίον τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου.
Γιά πολλά χρόνια, μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό, στόν ἀέρα καί στόν Ἅδη, τό κεντρί τοῦ διαβόλου ἀτόνησε, ἡ χαρά του πικρανθηκε, ὁ οὐρανός γέμισε νέφη μαρτύρων καί χιλιάδες ἀγωνιστές τῆς Χριστιανικῆς πίστεως στόλισαν τήν Ἐκκλησία μέ ἄσπιλα, εὐωδιαστά καί αἰώνιας ζωτικοτητος ἀμάραντα ἄνθη, δηλαδή χιλιάδες ἁγίους, ὁσίους, μάρτυρες, παρθένους καί παρθενες. Δέν ἔλειψαν μάλιστα οὔτε παρθένοι αὐτοκράτορες καί παρθένες βασίλισσες. Οὔτε Μοναχοί καί ἅγιοι ἐστεμένοι, οὔτε μικρά παιδιά - παιδομάρτυρες, οὔτε ἀνήμποροι γέροντες, οὔτε κατά Χριστόν σαλοί καί διωγμένοι τοῦ κόσμου.
Πέρασαν καιροί καί χρόνια καί ὁ πονηρός διάβολος, σιγά - σιγά, πονηρά καί επιτήδεια, ἄρχισε πάλι νά κερδίζει ἔδαφος. Οἱ Χριστιανοί ἄρχισαν νά γίνονται χλιαροί καί κρύοι καί σήμερα ἄν κάποιος προσπαθήσῃ νά διακρίνῃ τόν Χριστιανό ἀπό τόν ἄθεο, στήν πράξη καί ὄχι στά λόγια, εἶναι δύσκολο. Σήμερα βλέπουμε μιά καθαρή ἰδιομορφία. Χρστιανούς στήν ταυτότητα καί ἀθέους στήν πραγματικότητα.
Ἡ μάχη τοῦ σταυροῦ ὅμως συνεχίζεται. Δέν εἶναι τώρα ὁ Χριστός πάνω στό Σταυρό καί ὁ διάβολος, ἀπό κάτω, νά τόν πειράζει καί νά τοῦ ἐπιτίθεται. Εἶναι ὁ κάθε σταυρωμένος Χριστιανός πάνω στό δικό του σταυρό νά πολεμᾶ καί νά πολεμεῖταιἀπό τόν κόσμο καί ἀπό τόν παμπόνηρο διαβολο καί τίς δολοπλοκίες του.
Ὁ Χριστός θά ποῦνε μερικοί ἔχει δύναμη. Βεβαίως. Καί ὁ Χριστιανός ἔχει δύναμη. Ἄν καταλάβουμε πραγματικά τή δύναμη πού δίνει καί σέ μᾶς ὁ Χριστός μέσῳ τοῦ Σταυροῦ θά νιώσουμε ἄφοβοι. Τίποτε δεν θά μπορῇ νά μᾶς πτοήσῃ, οὔτε ὁ κόσμος, οὔτε ὁ διάβολος, οὔτε ἡ ἁμαρτία πού ἐκχέεται σε ὅλη τή γῆ, οὔτε ἡ ἔλειψη φίλων, οὔτε ἡ ἀδυναμία συμμαχιῶν, οὔτε τό μικρό ποίμνιο, οὔτε τἰποτε ἄλλο κοσμικό, ὑλικό καί ἀσήμαντο. Ὁ νοῦς, ἡ καρδια καί ὁ θησαυρός μας πρέπει νά εἶναι κυρίως στόν οὐρανό.
Τί ἔκανε ὁ Χριστός πάνω στό Σταυρό, πειραζόμενος ὑπό τοῦ διαβόλου; Τόν ἀντιμετώπισε μέ τέτοιο τρόπο ὥστε ὄχι μόνο νά μήν ἐμποδισθῇ τό ἔργο πού εἶχε ἀναλάβει, ἀλλά τουναντίον νά πραγματοποιηθῇ μέχρι κεραίας τό ἔργο τοῦ Πατρός του. Ἔτσι καί μεῖς δέν πρέπει νά κάνουνε τίποτε διαφορετικό ἀπό τό νά ἀγωνισθοῦμε γιά τήν ἐπικράτηση τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στό Θεό πιστεύουμε, τούτου τήν ἐπικράτηση θεωρητικῶς καί πρακτικῶς πρέπει μέ ὅλες τίς δυνάμεις μας νά ἐπιδιώκουμε.
Ἔτσι λοιπόν πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε τό διάβολο. Ὄχι μέ φόβο, ἀλλά μέ τά ὅπλα πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Χριστός καί Θεός μας. Μήπως δέν τά γνωρίζουμε; Εἶναι ἡ Χριστιανική ζωή καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν θέλουμε νά γνωρίζουμε ποιά ἀπό τά ὅπλα αὐτά φοβᾶται περισσότερο ὁ διάβολος εἶναι εὔκολο. Τό νερό τοῦ ἁγιου Βαπτίσματος, τόν σταυρό πού ἔχουμε στό λαιμό μας σάν φυλακτό καί τή Θεία Εὐχαριστία. Ὁ Σταυρός, εἶναι τό ἱερότερο σύμβολο τῆς Χριστιανικῆς μας πίστεως. Μέ τό νά τόν φέρουμε πάνω μας, ὄχι ὡς κόσμημα, ἀλλά ὡς φυλακτό καί ὅπλο κατά τοῦ διαβόλου, βεβαιώνουμε τήν πίστη μας στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐργαζόμαστε γιά νά συμμεριστῇ ὁ κόσμος ὅλος αὐτή τήν ἀνυπέρβλητη ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τοῦ διαβόλου.
Ἡ μάχη τοῦ Σταυροῦ ὅμως συνεχίζεται καί ἀποτυπώνεται στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Τί σημαίνει ὅμως «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήϊνης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ὅλα τά ἄλλα κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού – στόν κάθε ἄνθρωπο – εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήϊνου βίου μας.
«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» – ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι – ἐάν δέν μεταμορφωθῇ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή καί ἀκόλουθο τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀκόλουθος εἶναι πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς ζωῆς του στή γῆ, ἀλλά καί στόν οὐρανό.
Θά ἦταν ἴσως χρήσιμο στό σημεῖο αὐτό, νά σκεφθοῦμε λίγο καί τό Σταυρό τῶν σημερινῶν Χριστιανῶν, πού ζοῦν σέ κοινωνίες φαινομενικά Χριστιανικές, ἀλλά στήν οὐσία ὅπως τίς λένε «πολιτισμικές» ἤ καλύτερα μέσα σε ἕνα πραγματικό μωσαϊκό θρησκευτικῶν καί ἀθεϊστικῶν ἀντιλήψεων.
Δηλαδή, νά σκεφθοῦμε τόν ἐνδεικνυόμενο τρόπο συμπεριφορᾶς τῶν Χριστιανῶν καί τήν ἄριστη συμβίωση μέσα σέ μιά τέτοια κοινωνία. Σέ μιά κοινωνία πού δέν ἀναγνωρίζει «μοναδικές» ἤ «ἀποκαλυπτικές» τίς Χριστιανικές ἀλήθειες καί τά δόγματα καί πορεύεται μέ κριτήρια ἐντελῶς κοσμικά.
Στίς κοινωνίες αὐτές, πού ἔχουν κατακλύσει τήν Εὐρώπη καί τόν κόσμο ὅλο, ἡ μαρτυρία τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἀπαραίτητη καί ἀποτελεῖ θέμα Ὁμολογίας. Εἶναι ὅμως καί Σταυρός γιατί χρειάζεται μεγάλη ψυχραιμία, πολύ ὑπομονή, κατάλληλο τρόπο καί ἄπειρη ταπείνωση.
Εἶναι Σταυρός νά σέ βρίζουν ὅτι εἶσαι «θρησκόληπτος», ὅτι εἶσαι «φανατικός», ὅτι εἶσαι «ἀναχρονιστικός», ὅτι εἶσαι «κολλημένος», νά σοῦ προσάπτουν χλευαστικῶς τήν φράση ὅτι εἶσαι «γραφικός», ἤ στίς γυναίκες ὅτι εἶναι «θεοῦσες» καί ἄλλα ἐπίθετα, γιατί σήμερα θεωρεῖται κουσούρι νά εἶναι κάποιος πιστός Χριστιανός, ἐνῶ παινεύεται καί δοξάζεται ὁ ἀδιάφορος, ὁ ἄθεος, ὁ νεοειδωλολάτρης καί ὁ ἀγνωστικιστής.
Οἱ ἅγιοι μισοῦσαν τήν ἁμαρτία. Σήμερα κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά χαρακτηρίσῃ τήν ἁμαρτία «ἁμαρτία», χωρίς νά λοιδορηθῇ. Οἱ Χριστιανοί ἀγαποῦμε τόν κάθε ἄνθρωπο, ὡς εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλά μισοῦμε τήν ἁμαρτία ἀπό ὅπου καί ἄν αὐτή προέρχεται, ὡς ὑποκίνημα τοῦ διαβόλου. Οἱ νεο-κουλτουριάρηδες λένε, ὄχι, πρέπει νά δέχεσαι τόν ἄλλο ὅπως εἶναι, ὅτι καί νά κάνῃ. Ἀκόμη καί ἄν βγαίνει καί διαφημίζει τήν ἁμαρτία. Ἀκόμη καί ἄν βγαίνει καί δηλώνει ὑπερήφανος γι’ αὐτήν. Δυστυχῶς, φαίνεται ὅτι ζοῦμε μία ἐποχή, πού λίγο ἤ καθόλου δέν διαφέρει ἀπό τήν ἐποχή τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρων.
Εἶναι Σταυρός λοιπόν ἡ σημερινή κοσμική νοοτροπία, γιατί δι’ αὐτῆς σχετικοποιοποῦνται τά πάντα. Ὅλα σήμερα γιά τόν κόσμο θεωροῦνται ἐπιτρεπτά.Γιά τόν κόσμο δέν ὐπάρχει διάβολος, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία. Γιά τόν κόσμο καί γιά τούς κοσμικούς ἀνθρώπους, γιά ὅλα φταῖνε οἱ κατ’ αὐτούς καθυστερημένοι καί θρησκόληπτοι Χριστιανοί. Ὁ Σταυρός τῶν πραγματικῶν Χριστιανῶν τή σημερινή ἐποχή εἶναι ἀρκετά βαρύς. Μερικές φορές εἶναι πιό δύσκολο ν’ ἀντιμετωπίζει κανείς ἀλλόθρησκους, παρά εἴρωνες καί ἐπιθετικούς Χριστιανούς στήν ταυτότητα.
Μά, τό ἴδιο δέν ἔγινε καί τότε; Δέν θεωρήθηκε φταίχτης ὁ Χριστός, αὐτός πού δέν μίλαγε, δέν ἔβριζε, δέν ὑπῆρχε δόλος στό στόμα του, παρά μόνο ἀγάπη, ἔλεος καί ἀλήθεια; Καί δέν θεωρήθηκε ἀθῶος ὁ ληστής, ὁ κλέφτης, ὁ δολοφόνος ὁ Βαραβᾶς;
Πρέπει λοιπόν νά καταλάβουμε, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ κόσμος. Παιχνιδάκι στά σχέδια τοῦ διαβόλου. Φοράει διαστρεβλωτικούς φακούς στά μάτια καί βλέπει τό μαύρο ἄσπρο. Πρέπει ὄχι μονάχα νά τό καταλάβουμε, ἀλλά καί νά ἀγωνισθοῦμε σταθερά καί σθεναρά γιά νά ἐφαρμόσουμε τό σταυρό μας, πάνω στόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας.
Πρέπει ἐπίσης, νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας, νά σταματήσουμε νά ψάχνουμε γιά τήν δική μας εὐχαρίστηση καί νά ἀκολουθοῦμε τίς θεραπευτικές τακτικές τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης. Νά καταλάβουμε καλά τήν ἀληθινή ἀγάπη. Αὐτήν πού ὁδηγεῖ στό Θεό καί ὄχι στούς ἀνθρώπους, στόν κόσμο καί στό διάβολο. Γιατί ὑπάρχουν καί ἐνέργειες πού τίς ὀνομάζουν οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι ἀγάπη, ἀλλά εἶναι πραγματική ἀπάτη καί ὄλεθρος.
Νά καταλάβουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ, εἶναι ἐσωτερικός, μυστικός καί λυτρωτικός. Εἶναι ἐνέργημα ἐλευθερίας. Εἶναι διάθεση ζωντανή, ἀγαθή καί εἰλικρινής. Εἶναι μέθοδος πού γιατρεύει, σταυρός πού ὁδηγεῖ καί βίωμα ζωῆς πού βασίζεται καί στεριώνεται πάνω στό πορφυρό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού χύθηκε γιά μένα, γιά σένα, γιά ὅλους.
Τέλος, ἄς σκύψουμε ἀγαπητοί ἀδελφοί νοερά, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἄς τόν παρακαλέσουμε, νά στέλνῃ συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως τή βοήθειά του καί νά συντρέχῃ στίς ἀδυναμίες μας. Ἡ δική του βοήθεια καί ἡ δική μας ἐπιθυμία, ἄς γίνουν μόνιμα καί συνεχῆ ἐφόδια στήν πορεία μας στή ζωή αὐτή, μέχρι νά γίνουμε θεωροί καί μέτοχοι τῆς θείας δόξης καί φιλανθρωπίας αὐτοῦ, στόν ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση εἰς τούς αἰῶνας τῶν Αἰώνων. Ἀμήν.