ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΣ ΕΞΩΜΟΤΗΣ

Φόρεσε σιγά - σιγά τά καινούργια μεταξωτά, πολύχρωμα καί ἀστραφτερά ροῦχα του καί μέ παράξενες κινήσεις πού πρόδιδαν ἀμηχανία ἔμπαινε στόν καινούργιο ρόλο του. Στό τέλος ἔβαλε τό κόκκινο φεσάκι στό κεφάλι του καί τό τύλιξε μέ τό λευκό λεπτό σαρίκι του. Μετά γύρισε τό κεφάλι του καί κοιτάχτηκε μέσα στόν ὄμορφο μεγάλο ὄρθιο καθρέφτη πού κρεμόταν ἀπό τόν τοῖχο. Βλέποντας τόν ἑαυτό του μέσα στό πανάκριβο αὐτό καλλιτέχνημα τοῦ σπιτιοῦ, πού ἀπό μόνο του ἔκανε μία περιουσία, οἱ σκέψεις του ἔτρεξαν ἀκατάπαυστα καί ἀκανόνιστα, σάν τά ἀφηνιασμένα ἄλογα τοῦ ἡλίου, πού ἔτρεχαν, πάνω - κάτω στόν οὐρανό, ὅταν τά ὁδηγοῦσε ὁ Φαέθων. Αὐτός ὁ ὄμορφος νέος, πού φαινόταν μέσα στόν καθρέφτη, δέν ἔμοιαζε μέ τό Δημήτρη, τό ὀρφανό φτωχό καί καταφρονημένο παιδί ἀπό τή Λιγούδιστα. Ἦταν ἕνας ἄρχοντας, ἕνας ἀξιουματοῦχος τῆς Τριπόλεως, ἕνας εὐγενής μέ σπίτι ἀρχοντικό, μέ ἄλογο, μέ χρήματα, μέ ὑψηλές γνωριμίες καί κυρίως μέ φήμη. Ἦταν πλέον ὁ γνωστός Μεχμέτ, πού ἐδῶ καί λίγες ἡμέρες τόν ἔμαθε ὅλη ἡ Τρίπολη, ἡ μεγάλη πρωτεύουσα τοῦ Μωριᾶ. Τήν ὥρα πού ὁ νέος κοίταζε στόν καθρέφτη, καί θαύμαζε τά μοσχομυρωδάτα ροῦχα του, χτύπησε ἡ πόρτα καί ὁ Μεχμέτ ξαφνιάστηκε ὅταν εἶδε νά μπαίνει στό ἀρχοντικό του, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του.

Ἡ ἔκπληξη ὅμως δέν ἦταν τόσο γιά τόν Μεχμέτ, ὅσο γιά τόν ἀδελφό του πού τόν κοίταζε μέ θαυμασμό. «Τί ἔπαθες;» τόν ἐρώτησε γρήγορα. «Ὡραῖα ροῦχα!» τοῦ ‘πε ἐκεῖνος καί συνέχισε νά τόν κοιτᾶ ἀπό πάνω μέχρι κάτω. «Ὡραῖα ροῦχα, ποῦ τά βρῆκες;» καί πλησιάζοντας τόν ἀγκάλιασε. «Μ’ ἀρέσουν πολύ» συνέχισε καί ἔπιασε τό μανίκι τοῦ ἐνδύματός του, σάν νά ἐξέταζε τήν ποιότητά του. Ὁ Μεχμέτ γέλασε. «Δέν γνωρίζεις ποῦ τά βρῆκα;» ρώτησε ἀντί νά ἀπαντήσει στήν ἀπορία τοῦ ἀδελφοῦ του. «Ἄκουσα πού λέγανε στό χωριό μας, ὅτι ἔγινες Μουσουλμάνος», εἶπε ὁ ἀδελφός του. «Γιά τό πῶς ἀπέκτησες ὅμως ὅλα αὐτά τά ἀγαθά, δέν τό γνωρίζω». «Δηλαδή, γνωρίζει ὁ πατέρας καί ὁλόκληρη ἡ Λιγούδιστα ὅτι ἔγινα Μουσουλμάνος;» ρώτησε ὁ Μεχμέτ. «Ναί. Τό μάθανε ἀπό κάποιο συγχωριανό μας, πού ἦλθε στή Λιγούδιστα ἀπό τήν Τρίπολη» ἀπάντησε ὁ ἀδελφός του. Κ’ ἔπειτα ἐσώπασαν καί οἱ δύο. Ὁ Μεχμέτ κάθισε σέ ἕνα κάθισμα καί ἀσυναίσθητα τράβαγε καί ἔτριζε τά δάχτυλα τῶν χεριῶν του, ἐνῶ ὁ ἀδελφός του, περιεργαζόταν τά ὄμορφα καί ἀκριβά ἀντικείμενα τοῦ σπιτιοῦ. Μετά ἀπό ὥρα γύρισε καί εἶπε στόν Μεχμέτ. «Τό ‘χω καί ἐγώ στό νοῦ μου... κακοπερνάω!» καί ἄρχισε νά ἐξιστορεῖ στόν ἀδελφό του, πῶς περνάει στό σπίτι τῶν Τούρκων ἀφεντικῶν του, πῶς τόν πιέζουν νά γίνει Μουσουλμάνος καί ὅλα τά σχετικά. «Δέν μέ πειράζει πού εἶμαι ὑπηρέτης, δέν μέ πειράζει πού δέν ἔχω καλά ροῦχα, οὔτε γιατί δέν τρώγω καλό φαγητό. Μέ πειράζει ὅμως πού δέν εἶμαι ἐλεύθερος νά κάνω ἐκεῖνο πού θέλω, νά πάω ὅπου θέλω καί γενικά νά μέ ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι μέ ἐκτίμηση. Ἐκτίμηση καί ἀξία στή σημερινή κατάσταση ἔχουν μόνο οἱ Τοῦρκοι καί ὅσοι τούς ἀκολουθοῦν. Οἱ ὑπόλοιποι θεωροῦνται σκουλήκια...»

«Μή βιαστεῖς!» τοῦ εἶπε ὁ Μεχμέτ, κάπως ἀπότομα καί τά λόγια του ἔδειχναν σάν κάτι νά τόν βασανίζει. Τόν ἔπιασε ὅμως ἀπό τό χέρι καί τόν ὁδήγησε σέ ὅλα τά δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ δείχνοντάς του, ὅλα αὐτά τά πολύτιμα πράγματα πού ἀπέκτησε καί πού τόσο λαχταροῦσε ἀπό μικρό παιδί. Τοῦ ἔδειξε μία ὄμορφη σκαλιστή κασέλα, ἐξωτερικά ζωγραφισμένη μέ φανταχτερά χρώματα, γεμάτη ροῦχα. Εἶχε μέσα 12 ὑποκάμισα, 6 βαμβακερά καί 6 γεράνια. Δύο ζουνάρια τό ἕνα μεταξωτό καί τό ἄλλο βαμβακερό. Τρία σεντόνια. Δύο γιλέκα. Ὀκτώ παντελόνια. Ἕνα παλτό. Τέσσερις βράκες καί ἄλλα τόσα χιτώνια. Ἀρκετά φέσια καί σαρίκια, ἀλλά καί δύο σύγχρονα καπέλα. Καί ὅλα αὐτά, ἐκτός ἀπό τά ροῦχα πού φοροῦσε καί ἐκτός ἀπό αὐτά πού ἦταν στίς ντουλάπες καί στίς κρεμάστρες τοποθετημένα. Μετά τόν πῆγε στό μπάνιο καί εἶδε δεκάδες μυρωδάτα σαπουνάκια, πολλά ἀρωματικά ὑγρά, πολλές μεγάλες καί μικρές μαλακές πετσέτες, ἀργυρά καί μπακιρένια δοχεῖα καί ἄλλα ἀντικείμενα πού δέν εἶχε ποτέ αὐτός ξαναδεῖ. Τέλος, τοῦ ἔδειξε ἀρκετά χρυσά καί ἀργυρά κοσμήματα σημαντικά ποσά σέ νομίσματα καθώς καί ἔργα τέχνης, ὅπως περίτεχνες λάμπες φωτισμοῦ, χαραγμένα καί διακοσμημένα λυχνάρια καί πίνακες ζωγραφικῆς. Ἄν καί ὁ Μεχμέτ δέν εἶχε σκοπό νά προσελκύσῃ τόν ἀδελφό του στόν Μουσουλμανισμό, ὅσο τοῦ μιλοῦσε, ὅσο τοῦ ἔδειχνε τά ἀγαθά του, τόσο, ἄθελά του, τόν ἔσερνε πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση...

Σηκώθηκε ἀργά τό πρωΐ ἀπό τό κρεβάτι ἄκεφος καί προβληματισμένος. Κοίταξε γιά λίγα λεπτά ἔξω ἀπό τό παράθυρο, πρός τήν πλευρά τοῦ κήπου, εἶδε τά μικρά σπουργίτια νά πετοῦν ἀνέμελα ἀπό κλαρί σέ κλαρί καί τ’ ἄκουσε νά τιτιβίζουν καί νά τετερίζουν εὐτυχισμένα τό τραγούδι τῆς ζωῆς. «Πόσο εὐτυχισμένα φαίνονται» σκέφτηκε «καί πόσο τούς ἀρέσει νά ζοῦν κοντά στόν ἄνθρωπο. Καί ἐγώ θάθελα νά ἐξαφανιστῶ ἀπό προσώπου τῆς γῆς καί νά μήν βλέπω κανέναν...». Ἕνα αἴσθημα φόβου θανάτου τόν κατέλαβε. Τοῦ φαινόταν πώς τόν τραβοῦσε στανικῶς, πώς ὅσο ἀντιστεκόταν τόσο πάγωνε μέσα του, τόσο τούπαιρνε τήν πνοή καί βυθιζόταν σέ ἄγνωστους καί τρομερούς κόσμους ἤ καί στό τίποτα! ... Ἡ ἀπελπισία γινόταν ὅλο καί πιό ἀβάσταχτη, γιατί δέν εὕρισκε λύτρωση ἀπό κανέναν. Ὅλοι μποροῦσαν νά χορταίνουν ἀγάπη ἤ ἴσως οἱ περισσότεροι νά τήν ἀγγίζουν... Αὐτός τίποτα... Ἦταν νεκρός... Ὁ σκοτεινός Ἅδης τόν περίμενε μέ ἀνοιχτό στόμα. Θυμήθηκε, τότε ὅλες τίς πίκρες, ὅλες τίς κακότητες τῶν ἀνθρώπων, ὅλες τίς στεναχώριες τῆς ζωῆς του. Τότε πού ἄνοιγε τά μάτια του καί σάν ὀρφανό πεντάχρονο παιδί, ἀντιμετώπιζε τήν ἐχθρότητα τῆς μητρυιᾶς του. Τότε, πού μεγάλωνε μέσα στή φτώχεια καί τή στέρηση, χωρίς μία ἀγκαλιά, χωρίς ἕνα χάδι, χωρίς ἕνα παραμύθι, μέ μόνη συντροφιά τήν περιφρόνηση, τό μῖσος καί τήν κακομεταχείριση.
Καί τώρα. Τώρα πού ἔγινε ἄρχοντας, τώρα πού εἶναι οἰκονομικά ἀνεξάρτητος καί ἔχει ὅλα τά καλά γιατί φοβᾶται γιατί δέν εἶναι εὐτυχισμένος;

Τότε, μία λεπτεπίλεπτη, σιγανή φωνούλα μέσα του τόν ἤλεγχε, ὅπως τό ἀγκάθι στή σάρκα. Ἦταν σάν ἕνας σκληρός ἀόρατος τύραννος ἐρχόμενος ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του. «Γιά τοῦτο ὑποβλήθηκες σέ περιτομή;» «Γι’ αὐτόν τόν λόγο ἔγινες ἐξωμότης;» «Γιατί νόμιζες ὅτι φορώντας τούρκικα ροῦχα θά γινόσουν εὐτυχισμένος; Μεχμέτ... Μουσουλμάνε... Μεχμέτ... Μουσουλμάνε... Μεχμέτ... Μουσουλμάνε... Μουσουλμάνε...». Πετάχτηκε ξαφνικά πάνω, ὅταν χτύπησε ἡ πόρτα καί ὁ ἀδελφός του (πού ἐν τῷ μεταξύ εἶχε τουρκέψει), ἦλθε νά τόν πληροφορήσῃ, ὅτι ὁ πατέρας τους, στεναχωρημένος γιά τό κατάντημα τῶν παιδιῶν του, εἶχε φύγει ἀπό τή Λιγούδιστα καί ἐρχόταν νά τούς βρῇ, νά τούς ἀλλάξῃ γνώμη καί νά τούς ἐπαναφέρῃ στήν πατρώα πίστη. Ὁ Μεχμέτ σκεφτόταν τί νά κάνει. Ἀπό τή μία ὁ φόβος τῶν Τούρκων ἀπό τήν ἄλλη ἡ ντροπή τοῦ πατέρα. Τελικά, ἔκλεισε τό σπίτι καί ἔφυγε ἐκτός Τριπόλεως, φιλοξενούμενος ἀπό ἕναν γνωστό, τοῦ Τούρκου ἀφεντικοῦ του. Τό ἀφεντικό τοῦ Μεχμέτ, ὁ Βελῆ Μπαρμπέρης, εἶχε κουρεῖο στήν Τρίπολη καί ὁ Μεχμέτ δούλευε σάν βοηθός του στό κουρεῖο του. Ἐκεῖ (ἐκτός Τριπόλεως) ἔμεινε μερικές ἡμέρες, ὁ Μεχμέτ, μέχρι πού τόν πληροφόρησαν, ὅτι ὁ πατέρας του ἐπέστρεψε ἀπογοητευμένος στή Λιγούδιστα, χωρίς νά πείσῃ τά παιδιά του.

Ἡ ἐπιστροφή ἐξισλαμισμένου Χριστιανοῦ ἦταν μία πάρα πολύ δύσκολη ὑπόθεση. Ἦταν ἡ πιό βαρειά κατηγορία ἀπό ὅλες τίς ἄλλες πού ἐπέφερε στούς παραβάτες τήν ποινή τοῦ θανάτου. Ἔτσι ὁ Μεχμέτ, παρά τίς τύψεις συνειδήσεως πού αἰστάνθηκε, ἄν καί ταλαντεύτηκε, ἄν καί προβληματίστηκε, ὑπέκυψε τελικά στό φόβο, στήν πρώτη αὐτή, μετά τόν ἐξισλαμισμό του, δοκιμασία. Ἦταν νύχτα βαθειά. Ἡ πόλη ὅλη κοιμόταν. Μόνο μέσα στό σπίτι τοῦ Μεχμέτ, ἕνα ὄμορφο σκαλιστό λυχνάρι ἔκαιγε, κρεμασμένο ἀπό ἕνα κρεμαστάρι δίπλα στό κρεβάτι, χτύπαγε πέρα - δῶθε τό ἐλαφρό ἀεράκι μέ τήν κόκκινη φλογίτσα του καί πάσχιζε μέ τό δειλό του φῶς νά νικήσῃ τά σκοτάδια τοῦ σπιτιοῦ. «Δέν μπορῶ, δέν μπορῶ» μουρμούρισε ὁ Μεχμέτ κι’ ἁπλώθηκε στό κρεβάτι του, σάν λιποθυμισμένος. Μετά πετάχτηκε πάνω σάν ἐλατήριο, πῆγε κοντά στό παράθυρο ὄρθιος, κοιτάζοντας ἕνα ἕνα τ’ ἀστέρια. Κάθισε ἐκεῖ κάμποση ὥρα προσπαθώντας νά διαβάσῃ κάποιο μήνυμα πού θά ‘ρχόταν, ἀνάμεσα ἀπό τά μαῦρα κυπαρίσσια καί τό διάχυτο φῶς τῆς ἀστροφεγγιᾶς. Τίποτα! ἄδικος κόπος...

Ἡ ἱκανότητά του νά διακρίνῃ μέσα στόν καθρέφτη τόν ἑαυτό του, τήν ψυχή του, τίς ἀναγκαῖες ἐπιλογές, τήν περίοδο ἐκείνη, ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἡ «κάθοδος στήν κόλαση τῆς γνώσης τοῦ ἑαυτοῦ του», δηλαδή ἡ σύγχυση ὑποκειμένου καί ἀντικειμένου καί ἡ πιθανή ὑπέρβαση τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου ὁρίου, στήν μετάβαση ἀπό τή θεωρητική στήν ἐνεργητική ἀντιμετώπιση ἦταν σχεδόν βεβαία. Τοῦ πέρασε ἡ ἰδέα νά προσευχηθῇ, ἀλλά τήν ἔδιωξε γρήγορα ἀπό τό μυαλό του. Ποῦ νά προσευχηθῇ; Στό Θεό ἤ στόν Ἀλάχ; Στό Χριστό ἤ στό Μωάμεθ; «Ὄχι, ὄχι». Ἔπρεπε πρῶτα νά καταλήξῃ μέ ποιόν θά πάῃ καί ποιόν ὁριστικά θά ἀκολουθήσῃ. Ἔπρεπε πρῶτα νά δῇ ποιός ἦταν, ὁ Μεχμέτ ἤ ὁ Δημήτρης; Ἔπρεπε πρῶτα νά ξεκαθαρίσῃ τά πράγματα. Καί ὅσο περισσότερο ἀγωνιζόταν νά μάθῃ αὐτά τά πράγματα, τόσο περισσότερο ἔπεφτε μέσα στήν παγίδα τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ, τόσο περισσότερο γινόταν δήμιος καί θύτης τοῦ ἑαυτοῦ του, τόσο περισσότερο, μπερδευόταν καί μονολογοῦσε· «Δέν ξέρω αὐτό πού εἶμαι», ἀλλά στήν πραγματικότητα θά ἔπρεπε νά λέει· «Δέν εἶμαι αὐτό πού ξέρω!» ἀφοῦ, ἡ ἠθική του συνείδηση δέν ἀξιολογοῦσε ἀληθινά τήν πράξη του, ἀλλά προσπαθοῦσε νά τή γνωρίσῃ.

Ἡ ὑπερβολή καί ἡ καταπάτηση τῶν ὁρίων ἀπό τίς συνεχόμενες τύψεις συνειδήσεως τόν κατακερμάτιζαν. Εἶναι ἐξ’ ἄλλου παραδεκτό, ὅτι ὅλες οἱ διστακτικές ψυχές ἔχουν ἀρκετή συνείδηση καί ὑποφέρουν περισσότερο ἀπό τήν ἀδιαφορία μέσα στήν ὁποία ἔχουν καταδυθεῖ στή διάρκεια τῆς ζωῆς τους καί κυρίως ἄν αὐτό συνέβη κατά τά πρῶτα παιδικά τους χρόνια. Ἔτσι, ὁ Μεχμέτ, πονοῦσε. Πονοῦσε πολύ...
Οἱ στιγμές καί οἱ ὧρες περνοῦσαν καί ἀφοῦ ἔριξε πάνω του τό παλτό του, βγῆκε ἔξω, κ’ ἔκαμε τό γῦρο τοῦ σπιτιοῦ. Σταμάτησε λίγο στόν κῆπο γιά νά δῇ ἄν στήν Ἀνατολή ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, ἀλλά τόν περόνιασε ἡ ὑγρασία, μπῆκε πάλι μέσα, κάθισε στό κρεβάτι του καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἀμέσως εἶδε ἕνα εὐχάριστο ὄνειρο. Ἦταν λέει στό χωριό μαζί μέ ὁλόκληρη τήν οἰκογένειά του. Ἡ μητέρα του ἔλαμπε ἀπό ὀμορφιά καί καλοσύνη. Τόν ἔπαιρνε στήν ἀγκαλιά της, τόν φίλαγε μέ ἀνείπωτη ἀγάπη καί τόν προστάτευε ἀπό κάποιες σφῆκες πού τριγύριζαν τό σπίτι. Ἔνιωθε τέτοια σιγουριά καί ἀσφάλεια, ὥστε ζοῦσε τήν ἀπόλυτη εὐτυχία. Μετά εἶδε πώς ἦταν Κυριακή καί πήγανε ὅλοι μαζί στήν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ στόν τοῖχο ἦταν ζωγραφισμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτη. Δέν ἦταν καβαλάρης. Οὔτε κρατοῦσε ὅπλο. Τόν κοίταζε στά μάτια μέ ἕνα βλέμμα οἰκεῖο καί ἁπαλό.

Μετά κατέβηκε ἀπό τόν τοῖχο, κάθησε κοντά του, τόν ἔπιασε ἀπό τόν ὦμο καί τοῦ εἶπε· «Εἶσαι ἀδελφός μου καί θά εἶμαι πάντοτε κοντά σου». Ἔνιωθε ὑπέροχα. Πρώτη φορά αἰστάνθηκε τόση ἀσφάλεια στή ζωή του... Ὁ Ἅγιος φεύγοντας, τόν χαιρέτησε καί τόν φίλησε στό μέτωπο. Μετά σηκώθηκε καί ξαναμπῆκε πάλι μέσα στήν τοιχογραφία καί συνέχισε νά τόν σκεπάζῃ μέ τό ἱλαρό του βλέμμα. Ὁ Μεχμέτ σηκώθηκε, πλησίασε στόν τοῖχο καί μέ τά δύο του χέρια ἀγκάλιασε τό στεφανωμένο κεφάλι τοῦ Ἁγίου... Μετά ἄκουσε ἕνα χτύπο στήν πόρτα καί ξύπνησε. Ἦταν ὁ Βελῆ Μπαρμπέρης, πού ἀνησύχησε γιά τήν καθυστέρηση τοῦ Μεχμέτ στό κουρεῖο καί τοῦ χτύπαγε τήν πόρτα. Σηκώθηκε, τοῦ ζήτησε συγνώμη γιά τήν καθυστέρηση, τοῦ εἶπε πώς δέν κοιμήθηκε καλά τή νύχτα καί ὅτι σέ λίγη ὥρα θά εἶναι στό κουρεῖο. Ἔτσι, ὁ Μεχμέτ συνέχισε τή ζωή του καί δέν ἔδωσε λαβή σέ κανέναν νά ὑποψιαστῇ τή μεγάλη ἀλλαγή πού ἄρχισε νά συντελεῖται μέσα του, ἀπό ἐκείνη τή φοβερή νύχτα...

Δύο ἡμέρες τώρα, ὁ Μεχμέτ σχεδιάζει ἐνεργητικά τίς ἑπόμενες κινήσεις του. «Θά φύγω ἀπό τήν Τρίπολη καί θά διακόψῳ κάθε σχέση μαζί της, ἴσως μάλιστα νά μήν μέ ξαναδοῦν ποτέ, οἱ τοῦρκοι γνωστοί μου!» λέει. Σέ λίγο μονολογεῖ· «Θά πετάξῳ τά τούρκικα ροῦχα καί θά βάλῳ τά παλιά. Θά πετάξῳ τό ὄνομα τοῦ Μεχμέτ τοῦ Μουσουλμάνου καί θά ξαναγίνω ὁ Δημήτρης, ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ὁ γιός τοῦ Ἠλία».
Ἔβαλε σέ ἕναν ντορβά, λίγο νερό, ψωμί, ἐλιές, ἕνα μαχαιράκι καί μερικά ἄλλα βασικά πράγματα. Παράτησε σπίτια καί πολυτέλειες καί ξεκίνησε, νοτιοδυτικά, γιά τό χωριό του. Σκέφτηκε, πώς ἦταν ἀπαραίτητο νά δῇ καί νά παρηγορήσῃ τόν πατέρα του, πρίν ἀκολουθήσῃ μακρυνούς καί ἄγνωστους δρόμους καί πρίν μεταναστεύσῃ σέ ἄγνωστους τόπους. Πρίν ξημερώσει βρισκόταν ἤδη ἔξω ἀπό τήν Τρίπολη. Ἕνα σιγανό πρωϊνό δροσερό ἀεράκι τοῦ χάϊδευε θωπευτικά τό πρόσωπο. Σιγά - σιγά ἕνα κόκκινο νεφέλωμα ἄρχισε νά διακρίνεται στήν ἀνατολή, σχεδόν πίσω του. Τό σκοτάδι ἄρχισε νά σπάῃ καί τό χάραμα ξεπρόβαλε δειλά μά σταθερά. Ὅταν ἀνέβηκε σέ ἀρκετό ὑψόμετρο πέρασε ἀπό ἕνα ὄμορφο χωριό, τή Σίλιμνα, δίχως νά ξέρει ἀκριβῶς πού βρίσκεται. Ὁ ἀέρας τῆς ἐλευθερίας τόν εἶχε μαγέψει. Μετά ἀπό 5 περίπου ὧρες περπάτημα χωρίς σταματημό, ἔφθασε στό Χρυσοβίτσι, ἕνα ἄλλο ὄμορφο χωριό, στίς πλαγιές τοῦ Μαινάλου. Ἡ θέα πού ἀντίκριζε σέ ὅλη αὐτήν τή διαδρομή ἦταν ἐντυπωσιακή.

Τό βουνό τό φαράγγι, οἱ θάμνοι, οἱ πέτρες, τό ποτάμι, ὁ χείμαρρος, ὁλόκληρη ἡ φύση, ἔγιναν γρήγορα κομμάτι τῆς ψυχῆς του, κάλεσμα βαθύ. Ἔτσι, δέν κατάλαβε, ἐνῶ περπατοῦσε ὀκτώ ὁλόκληρες ὧρες, πώς ἔφθασε στή Στεμνίτσα ἀντί στή Λιγούδιστα, τόν προορισμό του. Στή Στεμνίτσα, τό ἀγέρωχο χωριό, πρίν τή Δημητσάνα, πού κρατάει χιόνια ὅλη τήν Ἄνοιξη καί ἀκουμπᾶ καί τό καλοκαίρι. Ἐκεῖ, στήν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ, τόν εἶδε μία Χριστιανή, ἡ ὁποία ἀφοῦ τόν ρώτησε ἀπό ποῦ ἔρχεται, τόν λυπήθηκε, τόν πῆρε καί τόν φιλοξένησε στό σπίτι της, σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο σημεῖο τοῦ βουνοῦ. Διαφεντεύοντας τίς βουνοκορφές, οἱ κάτοικοι τῆς Στεμνίτσας, ἄλλοτε κρυμμένοι στίς καστροσπηλιές τους, ἄλλοτε σκορπισμένοι στά ταμπούρια, τοῦ λαγκαδιοῦ τοῦ Λούσιου, νά φυλᾶνε περάσματα, ὑπομένοντας κάθε κακουχία, γνώριζαν ὄχι μόνο τήν ἀξία τῆς ἐλευθερίας ἀλλά καί τήν κατάρα τῆς σκλαβειᾶς. Γνώριζαν καί καταλάβαιναν τή ζωή τῶν Ἑλλήνων τῆς Τρίπολης, πού ἦταν μόλις 38 χιλιόμετρα κοντά τους. Γι’ αὐτό τό λόγο αὐτοί, προτιμοῦσαν νά ζοῦν στά βουνά κυνηγημένοι, ἐκεῖ ὅπου ἡ μεταξύ τους ἀγάπη καί ἀλληλοβοήθεια ἦταν μεγάλη. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἕνας ἐνδιαφερόταν γιά τόν ἄλλο καί τό κάθε τι μοιραζόταν μεταξύ τους. Ζοῦσαν μέ τά λιγοστά, μέ πολύ αὐταπάρνηση, μέ σθένος. Ἐπιβίωναν, μέ τό νοῦ τους στή φύση καί στόν ἐχθρό.

Στό σπίτι της τόν πληροφόρησαν, ὅτι εἶχε πάρει λάθος κατεύθυνση καί ὅτι, δέν ὑπῆρχε ἄλλος δρόμος γιά τά δυτικά πού ἦταν ἡ Λιγούδιστα, παρά μόνον ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στή Μεσσηνία μέσῳ Μεγαλόπολης.
Ἔτσι, ἀπεφάσισε νά ἐπιστρέψῃ στήν Τρίπολη, πού εἶχε γνωστούς, γιά νά τόν ὁδηγήσουν στό σωστό δρόμο πρός τή Λιγούδιστα. Κατά τήν ὁλιγοήμερη παραμονή του στήν Τρίπολη, γνωρίστηκε μέ κάποιους Χριστιανούς πού θά πήγαιναν στή Σμύρνη. Τοῦ εἶπαν μερικά πράγματα, πού τοῦ ἄλλαξαν τίς σκέψεις καί ἔτσι τελικά ἀπεφάσισε νά μήν πάῃ στή Λιγούδιστα, ἀλλά στή Σμύρνη. Μία νέα σελίδα ἀνοιγόταν μπρός του. Νέοι δρόμοι καί νέοι κόσμοι τόν περίμεναν. Ἤθελε πλέον νά τούς γνωρίσῃ καί νά σβήσῃ τίς μαῦρες γραμμές τῆς προδοσίας. Τίς μαῦρες γραμμές τῆς προδοσίας, πού ὁ ἴδιος εἶχε γράψει στό βιβλίο τῆς ζωῆς του. Νά τίς σβήσῃ μέ κάθε κόστος...

Μέσα σέ ἕνα πλοῖο, πού πῆρε ἀπό τούς Μύλους τῆς Ἀρκαδίας (σήμερα Ἀργολίδας), γιά νά τόν ὁδηγήσῃ στή Σμύρνη, ὁ Μεχμέτ δέν εἶχε κάτι πιό σημαντικό νά κάνῃ ἀπό τό ν’ ἀναπολῇ τά παιδικά του χρόνια, ἀκουμπώντας κάπου καί ἀτενίζοντας τίς Ἀργολικές ἀκτές πού ἔφευγαν πίσω του... Θυμᾶται τό χωριό του τή Λιγούδιστα καί ἕνας ἀναστεναγμός βγαίνει ἀπό τά στήθη του. Θά ἦταν ἴσως, τό πιό ὄμορφο μέρος τοῦ κόσμου. Νερά καί πράσινο παντοῦ. Νερά στούς δρόμους, νερά σέ χαντάκια, νερά νά τρέχουν ἀσταμάτητα, χωρίς νά φοβᾶται κανείς ὅτι θά στερέψουν... Καί τό πράσινο, ὅπως καί τό νερό κυριαρχοῦσε παντοῦ. Νερό, δένδρα καί βλάστηση, χωρίς ὅρια. Ἀπό τήν χαμηλή βλάστηση μέχρι τά πανύψηλα κυπαρίσσια. Ἐλιές, ἀμπέλια καί κηπευτικά σέ ἀφθονία. Ἕνας ἐπίγειος παράδεισος φυτεμένος στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Τριφυλίας. Μία ὀφθαλμῶν γαλήνη καί ψυχῆς ἀγαλίαση, μακρυά ἀπό τήν ὀχλοβοή τῆς Τρίπολης. Θυμᾶται ὅμως ἀμυδρά καί τή μορφή τῆς μητέρας του, ὅσο καί τή φωνή τοῦ πατέρα του, νά λέει σέ αὐτόν καί τόν ἀδελφό του. «Παιδιά μου, τό χωριό μας εἶναι ἱστορικό. Λένε, πώς οἱ καταγεγραμμένες ρίζες του βρίσκονται βαθειά μέσα στό χρόνο πρό 4.000 ἐτῶν. Ἐδῶ καί λίγο ἔξω ἀπό τό χωριό, βρισκόταν τό παλάτι τοῦ Νέστορα καί πολλοί τάφοι τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, δηλαδή τῆς ἐποχῆς πού ἦταν πρίν ἀπό τόν τρωϊκό πόλεμο». Θυμᾶται τή μητέρα του, ὅταν αὐτός ἦταν περίπου πέντε ἐτῶν, νά τοῦ μιλᾶ σιγανά καί αὐτός νά ἀκούῃ μέ πόθο τά γλυκά, σοφά λόγια της, γιά ἀγάπη, ἀδελφοσύνη καί Θεό. Θυμᾶται... Θυμᾶται...

Μετά ἀπό τό θάνατο τῆς μητέρας του, θυμᾶται τή συμπεριφορά τῆς μητρυιᾶς του καί ὅλα ὅσα ἀκολούθησαν μέχρι πού ἀναγκάστηκαν νά φύγουν καί τά δύο ἀδέλφια γιά τήν Τρίπολη. Πράγματι, τοῦ στοίχισε πάρα πολύ ἡ ἀπώλεια τῆς μάνας. Τόσο πολύ σάν ἕνας ἄλλος ψυχολογικός ὀμφάλιος λῶρος πού κόβεται καί πού τό παιδί αἰστάνεται τήν ἀπώλεια καί τήν ἀνασφάλεια. Ἕνα δυσβάσταχτο συναισθηματικό πένθος. Μία ὀρφάνια, πηγή στεναχώριας, πού σημάδεψε ὁλόκληρη τή ζωή του. Ἕνα δράμα πού τοῦ ἔφερε πολλές πίκρες, βάσανα καί κλάμα. Ἕνα γεγονός, πού τοῦ προκάλεσε ψυχολογικές συγκρούσεις, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης, πρωτοβουλιῶν καί αὐτονομίας. Ἐπίσης τοῦ προκάλεσε αἰσθήματα ντροπῆς, ἀμφιβολιῶν, ἐνοχῶν, κατωτερώτητας, ταυτότητας καί συγχύσεως ρόλων, ἀπομονώσεως καί ἄλλων ἐπιδράσεων τοῦ χαρακτῆρος του. Σκέψεις καί θύμισες...

Θυμᾶται ὁ Μεχμέτ καί δέν ξεχνάει τή συμπεριφορά τῶν κτιστῶν μέ τούς ὁποίους πρωτοεργάστηκε στήν Τρίπολη. Θυμᾶται νά δουλεύῃ μέρα νύχτα σα σκυλί. Νά μαζεύῃ τίς μεγάλες βαριές κοτρόνες καί νά τίς κάνῃ σωρό. Θυμᾶται τόν ἱδρώτα νά τρέχῃ ἀπό τά μάγουλά του. Ὁ ὦμος του νά ἔχῃ μπλαβίσῃ ἀπό τό βάρος καί ἀπό τό γδάρσιμό τους, μά αὐτός νά πονάῃ πιότερο ἀπό τίς σκέψεις καί ἀπό τά πειράγματα τῶν κτιστῶν παρά ἀπό τίς πληγές του σώματος. Νά συνεχίζῃ νά κουβαλάῃ τίς ἄγριες πέτρες χωρίς σταματημό... καί νά σκέφτεται... Ὁ σωρός μέ τίς πέτρες μέρα μέ τή μέρα μεγάλωνε, γινόταν βουνό. Μεγάλωναν ὅμως καί τά βάσανά του, ἀφοῦ ὅλο καί περισσότερο τόν πείραζαν ἐπειδή ἦταν μικρότερος καί ἐπειδή δέν τόν ὑπολόγιζαν. Ὁ Μεχμέτ δούλευε τήν πέτρα καί παρά τά πειράγματα τῶν κτιστῶν, ζοῦσε σέ ἕναν ἄλλο κόσμο. Δέν τήν πελέκαγε, τή χάϊδευε καί τήν κεντοῦσε. Τῆς ἔδινε μορφή καί ζωή καί τήν ἔκανε ἕτοιμη νά μιλήσῃ. Οἱ σμιλεμένες πέτρες τοῦ Μεχμέτ, μίλαγαν περισσότερο καί ἀπό τόν ἴδιο. Θυμᾶται ὅμως μέ φόβο, ὅλες τίς προστριβές πού εἶχε μέ τούς κτίστες, ὅλα τά πειράγματα, ὅλη τή στεναχώρια καί ὅτι κανένας ἀπό αὐτούς δέν τόν ὑποστήριξε, καί πώς ἀναγκάστηκε νά καταφύγῃ στήν τούρκικη οἰκογένεια τοῦ Βελῆ Μπαρμπέρη γιά νά γίνη κουρέας.

Ἐκεῖ λοιπόν πάνω στό πλοῖο, ἐκεῖ πού ἡ μύτη του ἔσχιζε τά γαλανά νερά τοῦ Αἰγαίου, μία ἐλπίδα ἄρχισε νά ἀνατέλῃ. Οἱ σκέψεις του ξεκινοῦσαν ἀπό τό παρελθόν σταματοῦσαν γιά λίγο στόν παρόν καί ἀναζητοῦσαν τό μέλλον... Ξαφνικά, ἕνα βουβό κλάμα τόν κυρίευσε, πῆγε σέ μία ἄκρη καί ξέσπασε. «Ἄχ μάνα... Ἄχ μάνα... Δέν μεγάλωσα ἀκόμη μάνα. Δέν ἔπαψα νά ἔχω τήν ἀνάγκη σου... Βοήθαμε νά ξεκλειδώσῳ τίς φυλακές μου. Νά βγῶ ἀπό τά σκοτάδια μου, μάνα...». Πρόφερε ξανά καί ξανά τή λέξη «μάνα», πότε φωναχτά, πότε σιωπηλά. Ξέμαθαν τά χείλη του νά τήν λένε καί ἡ ἐπανάλειψη τῆς ξεχασμένης μά ποθητῆς αὐτῆς λέξεως τοῦ δημιουργεῖ μία γλυκόπικρη γεύση... Ἤθελε νά σβήσῃ ἐντελῶς τό ὄνομα τοῦ Μεχμέτ καί νά γράψη μέ ἀνεξίτηλο μελάνι τό ὄνομα «Δημήτριος». Νά σβήσῃ ὅλες τίς δυσβάσταχτες μνῆμες, τά προσωπικά του σκοτάδια, τίς ἐρινύες, τίς λέξεις καρφιά, τίς λέξεις θηρία, πού δαγκώνουν θανατηφόρα μερικές φορές, καί νά φέρῃ νέες λέξεις ἀναστημένες, γεννημένες μέ τήν ἐλπίδα. Νά γίνῃ πάλι ὁ γιός τῆς μάνα του καί τό καμάρι τοῦ πατέρα του, ἀπό τήν ἱστορική Λιγούδιστα... «Οἱ λέξεις μέ καταδιώκουν» μουρμούρισε «καί ἐγώ πρέπει ν’ ἀναμετρηθῷ μαζί τους καί νά κλείσῳ τούς λογαριασμούς μου» καί ζάρωσε σέ μία καρέκλα...

Τό πλοῖο ἔριξε ἄγκυρα στό λιμάνι τῆς Σμύρνης. Ὁ νεαρός ἀπό τή Λιγούδιστα βγῆκε στήν προκυμαία, ὅπου τόν περίμεναν κάποιοι, γνωστοί τῶν χριστιανῶν ἀπό τήν Τρίπολη, πού τοῦ εἶχαν μιλήσει γιά τή Σμύρνη. Μόλις ἔφθασε στό πρῶτο φιλικό χριστιανικό σπίτι, πέταξε ἀμέσως ὅλα τά τούρκικα ροῦχα πού εἶχε πάνω του, φόρεσε χριστιανικό χιτώνα καί ἄρχισε νά συναναστρέφεται μόνο μέ Χριστιανούς. Ἡ συναναστροφή του αὐτή τοῦ πρόσφερε ἀρκετές γνώσεις καί κυρίως ἠθική καί ψυχολογική δύναμη, ἀφοῦ γιά πρώτη φορά μάθαινε τήν ἔμπρακτη ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως αὐτή γίνεται γνωστή μέσα ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων τῆς πίστεώς μας, πού θυσιάστηκαν ἀπό ἀγάπη στό Χριστό. Ἔμαθε γιά τούς πρώτους μεγάλους διωγμούς στούς ὁποίους μαρτύρησαν μεγάλοι ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας, ὅπως οἱ ἅγιοι Δημήτριος καί Γεώργιος, ἀλλά καί νεαρές καί ὄμορφες κοπέλες ὅπως ὁ ἁγίες Βαρβάρα καί Αἰκατερίνη. Ἄκουγε γιά τά κατορθώματά τους, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσαν καί τήν ὑπομονή πού ἔδειχναν. Αἰστάνθηκε φίλος τους, τούς ἀγάπησε σάν ἀδελφούς του καί κάτι παραπάνω. Αὐτή ἡ γνώση τόν ἔκανε νά ἀγαπήσῃ περισσότερο τό Χριστό. Νά μάθῃ καλύτερα τά μυστικά τῆς πίστεως καί νά γίνεται ὅλο καί πιό οἰκεῖος στήν οἰκογένεια τῆς Χριστιανικῆς ἀδελφότητος. Μετά ζήτησε νά μάθῃ περισσότερα γιά τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί γιά τά σοφά λόγια πού δίδαξαν οἱ μεγάλοι πατέρες τῆς ἐκκλησίας. Τοῦ διάβασαν γιά τόν ζῆλο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί γιά τό πώς αὐτός ἐξηγοῦσε τό «Πνεῦμα ὁ Θεός καί οἱ προσκυνοῦντες αὐτόν ἐν Πνεύματι καί ἀληθεία δεῖ προσκυνεῖν».

Τοῦ διάβασαν γιά τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί πώς αὐτός μέ τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χάραξε τίς προϋποθέσεις λειτουργίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πώς μέσα ἀπό τίς ἀληθινές αὐτές συνάξεις ἁγίων ἀνθρώπων, φανερώνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί κατατροπώνονται οἱ αἱρέσεις. Τοῦ διάβασαν γιά τούς τρεῖς μεγάλους Καπαδόκες πατέρες Βασίλειο, Γρηγόριο καί Χρυσόστομο καί πώς μέ τήν ἁγιότητα καί τή διδασκαλία τους θεωρήθηκαν οἱ τρεῖς μεγαλύτεροι φωστῆρες τῆς «Τρισηλίου θεότητος», δηλαδή τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔμαθε ὄχι μόνο γιά γραμματισμένους ἁγίους, ἀλλά καί γιά ἁπλούς ἀλλά χαρισματικούς ἀνθρώπους, πού μέ τή δύναμη τῆς πίστεώς τους στό Χριστό ἔκαναν θαύματα, ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων μέ τό κεραμίδι πού ἔλιωσε στά χέρια του καί λέγοντας· «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός» ἔκανε νά φανῇ πρός τά ἐπάνω ἀπ’ τό κεραμίδι φωτιά. Ὅταν δέ εἶπε: «Καί τοῦ Υἱοῦ», ἔρρευσε κάτω νερό. Ἐνῶ ὅταν πρόσθεσε: «Καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἔδειξε μέσα στή χούφτα του, τό χῶμα πού ἀπέμεινε, ἀποδεικνύοντας τόν ἕναν, ἀλλά Τριαδικό Θεό. Εἶχε τέτοια ψυχική διάθεση γιά γνώση ἀληθινή καί σωτήρια, ὥστε ρούφαγε κυριολεκτικά τούς βίους τῶν ἁγίων, σάν διψασμένος. Ἰδιαίτερη ἐντύπωση τοῦ ἔκανε ἡ σωτηρία, ἀλλά καί ἡ ἁγιότητα, πρώην ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων πού ἔπεσαν μέν σέ μεγάλα θανάσιμα ἁμαρτήματα, ὅπως ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὁ ληστής πάνω στό σταυρό καί πολλοί ἄλλοι, πού μέ τή δύναμη τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας ἔγιναν λευκοί καί καθαροί σάν τό χιόνι. Ἔμαθε δέ καί μερικούς ψαλμούς καί μουρμούραγε· «Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου, καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός».

Οἱ συγκινητικές αὐτές διηγήσεις τόν ἀναγέννησαν πνευματικά καί τόν ἔκαναν νά συνειδητοποιήσῃ τό τρομερό ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας. Μετά ἀναχώρησε ἀπό τή Σμύρνη καί πῆγε καί φιλοξενήθηκε σέ κάποιους γνωστούς του στή Μαγνησία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μία πόλη, ὄχι πολύ μακρυά ἀπό τή Σμύρνη. Στή Μαγνησία ὁ Μεχμέτ, εἶχε ἤδη πάρει τίς ἀποφάσεις του. Ζήτησε νά ἐξομολογηθῇ τά ἁμαρτήματά του, πρᾶγμα πού ἔγινε σέ ἕναν πνευματικό τῆς πόλεως αὐτῆς. Αἰστάνθηκε κάτι ν’ ἀλλάζη μέσα του καί μετά τήν πραγματική καί εἰλικρινῆ μετάνοιά του, ἄκουσε καί τήν ἀπαραίτητη εὐχή τῆς συγχωρήσεως. Πῆρε τόν κανόνα του καί ἔλαβε καί τήν τυπική, ἀλλά ἀπαραίτητη σφραγίδα τῆς ἐπαναφορᾶς του στό Χριστιανικό - βαπτιστικό του ὄνομα. Ἦταν πλέον ὁ «Δημήτριος». Ἐκείνη τήν ἐποχή οἱ συνθῆκες στήν περιοχή ἐκείνη δέν ἦταν εὐνοϊκές, οὔτε στούς Χριστιανούς, ἀλλά οὔτε καί γιά τούς ὑπόλοιπους κατοίκους τῆς Μαγνησίας. Ἡ ἐμφάνιση μάλιστα τῆς πανούκλας πού παρουσιάστηκε στήν πόλη, τόν ἀνάγκασε νά πάῃ σέ κάποιο κοντινό χωριό, στό ὁποῖο ὅλοι οἱ κάτοικοι ἦταν Χριστιανοί. Ἀλλά καί ἐκεῖ δέν κάθησε πολύ, γιατί γιά ἄγνωστους λόγους ἀναχώρησε γιά τίς Κυδωνίες, τό σημερινό Ἀϊβαλί καί ἀπό ἐκεῖ ἐπισκέφτηκε τήν περίφημη Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Μοσχονήσι μέ σκοπό νά ἐξομολογηθῇ στόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς, τό ἁμάρτημα τῆς ἀρνήσεως τῆς χριστιανικῆς του πίστεως καί νά βρῇ τή λύτρωση.

Πράγματι, ἡ ἐξομολόγηση αὐτή τόν ἠρέμησε ψυχικά ἀρκετά καί ἀνακουφίστηκε σημαντικά ἀπό τίς τύψεις πού δέν εἶχαν ἐντελῶς σβήσει. Ὅμως, ἄρχισε νά καταλαβαίνει, ὅτι τό ἁμάρτημά του ἦταν τόσο μεγάλο, πού μόνο τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου θά μποροῦσε νά τό ἐξαλείψη. Μετά ἀπό πολλές μετακινήσεις μεταξύ Μοσχονησίου, Χίου, Κυδωνιῶν καί πρίν ξαναεπιστρέψει στή Χίο βρῆκε ἕναν συμπατριώτη του Χριστιανό ἔμπορο πού τοῦ διάβαζε βίους πρόσφατων νεομαρτύρων, ὅπως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ ἐκ Μονεμβασίας (1758 -1773), τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (1714 - 1779) καί πολλῶν ἄλλων. Αὐτή ἡ ἀνάγνωση τοῦ δυνάμωσε τήν ἀγάπη του στό Χριστό, ἀλλά καί τήν ἐπιθυμία του νά τούς μοιάσῃ στήν ὑπομονή καί τό μαρτύριο. Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη καί γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, ὁ νεαρός Δημήτριος βρισκόταν σέ μία κατάσταση πού ἐλάχιστοι ἄνθρωποι θά μποροῦσαν νά τόν καταλάβουν. Ἔφευγε ἀπό τό ἕνα μέρος καί πήγαινε στό ἄλλο, χωρίς νά βρίσκει αὐτό πού ζητοῦσε, χωρίς νά αἰστανόταν τή λύτρωση ὁριστικά καί τελεσίδικα...

Κάτι τοῦ ἔλλειπε καί αὐτό τό κάτι, δέν μποροῦσαν νά τό καταλάβουν ἀπόλυτα, οὔτε οἱ μεγάλοι πνευματικοί πού συζήτησαν διεξοδικά μαζί του. Ἔλεγε καί ξανάλεγε τό· «Μόνο τό αἷμα μπορεῖ νά μέ λυτρώσῃ» καί αὐτό φαινόταν σάν ὑπερβολή, σάν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης πρός τό Θεό καί σάν δεξιά παγίδα. Ἦταν ὅμως; Μποροῦσε ἡ μετάνοια, ἡ ἀποφυγή καί ἐπανάληψη τῆς ἁμαρτίας, ὁ νέος τρόπος ζωῆς νά τόν δικαιώσῃ; Βεβαίως μποροῦσε. Γιατί ὅμως ὁ Δημήτριος δέν ἱκανοποιεῖτο ἀπό αὐτήν τήν καθιερωμένη διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας; Γιατί ζητοῦσε κάτι πολύ σκληρό ἀπό μόνος του; Τόν ἐξανάγκαζε κανένας; Ὄχι βεβαίως. Πολλές φορές ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, βλέπουμε τά πράγματα διαφορετικά ἀπό ὅτι τά βλέπει ὁ Θεός καί τό χειρότερο νομίζουμε πώς ἔτσι τά βλέπει καί ὁ Θεός. Τό παράδειγμα ὅμως τοῦ Ἰώβ μᾶς διδάσκει, ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο νά μποῦμε στή σκέψη τοῦ Θεοῦ καί νά δικαιολογήσουμε τά γεγονότα. Πράγματα πού μᾶς φαίνονται τρελά ἀποδεικνύονται λογικά, ἄλλα πού φαίνονται φυσιολογικά ἀποδεικνύονται ἀφύσικα καί ἄλλα πού δέν χωροῦν στό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γιά τό Θεό σωτήρια νάματα.

Ἔτσι, φαίνεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅτι ὁ Δημήτριος ἦταν γιά κάποιους λόγους πού μόνο ὁ Θεός γνωρίζει, προορισμένος νά ξεπεράσῃ ὅλες τίς ἀντίθετες «λογικές» σκέψεις καί νά ὁδηγηθῇ στό οὐράνιο στερέωμα φωτεινός ἀστέρας πού θά φώτιζε ὅλο τό ἑλληνικό χριστιανικό ἔθνος τά ἑπόμενα δύσκολα χρόνια τῶν ἡρώων τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος. Αὐτή ὅμως ἡ διαπίστωση δέν ἔχει καμία μά καμία σχέση μέ τό «κισμέτ» πού διδάσκουν οἱ ἀλλόθρησκοι. Εἶναι ἁπλᾶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἑνώνεται μέ τή θέληση, τόν ἀγῶνα καί τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου. Χωρίς τό Θεό δέν καταφέρνει ὁ ἄνθρωπος τίποτα, ἀλλά καί χωρίς τή θέλησή του ὁ Θεός δέν σώζει μέ τό ζόρι καί δέν ἀφαιρεῖ τήν ἐλευθερία του, ὅπως ὁ ἴδιος μέ σαφήνεια λέγει· «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν...». Εἶναι χαρακτηριστικές οἱ συζητήσεις του μέ πολλούς πνευματικούς καί κυρίως μέ τόν ἅγιο Μακάριο τό Νοταρᾶ τό Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 - 1805) πού τήν ἐποχή ἐκείνη βρισκόταν στό Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου στή Χίο, πάνω ἀπό τήν κωμόπολη τοῦ Βροντάδου. Ὁ Ἅγιος Μακάριος μέ πολύ ἀγάπη, μέ εὐγένεια, μέ τρόπο κατάλληλο, ἐπικοδομητικό καί οὐσιαστικό, ἀφοῦ τόν ἐπαίνεσε γιά τήν ἀγάπη του στό Χριστό καί γιά τήν προθυμία του νά μαρτυρήσῃ, τόν παρεκάλεσε ν’ ἐγκαταλείψῃ τή σκέψη αὐτή καί νά ἐπιδοθῇ σέ ἔργα ἀγάπης καί συμπαραστάσεως πρός τούς πάσχοντες καί ἔχοντας κάθε εἴδους ἀνάγκη συνανθρώπους του. Τοῦ ἐξήγησε μέ ἱστορικά παραδείγματα καί μέ συμβουλές ἁγίων ἀνδρῶν τίς δυσκολίες πού μπορεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὅποιος θεληματικά ὁδηγηθῇ στό μαρτύριο καί τοῦ τόνισε ἰδιαιτέρως τήν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, πού ἀρνήθηκε τό Χριστό, ἀλλά σώθηκε χάρη στή μετάνοιά του.

Ὅσο ὅμως καί νά προσπαθοῦσε ὁ Ἅγιος Μακάριος νά ὑποδείξῃ τούς πολλούς δρόμους καί τρόπους τῆς σωτηρίας, ὅσο καί ἄν ἤθελε νά τόν πείσῃ γιά τούς κινδύνους, ὁ Δημήτριος μέ ἀφοπλιστική ἁπλότητα ἀπαντοῦσε· «Ἐλπίζω στόν Κύριο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν μαρτύρων καί τό κραταίωμα τῆς Ἐκκλησίας νά μέ δυναμώσῃ, γιά νά ὑποφέρῳ τά βασανιστήρια καί νά μέ βοηθήσῃ νά μήν ξαναπέσῳ στήν ἀρνησιθρησκεία». Ὁ Δημήτριος δέν ἀπαντοῦσε μέ ἐγωϊσμό, οὔτε μέ πεῖσμα. Ἄκουγε μέ προσοχή τίς συμβουλές του καί ἀπαντοῦσε μόνο ὅταν τόν ρωτοῦσε ὁ πνευματικός του. Ἔτσι, ὁ «ἔμπειρος» αὐτός πνευματικός «νικήθηκε» ἀπό μία παράξενη «ἄπειρη» δύναμη. Δέν νικήθηκε ὅμως βιαίως ἀλλά ἐθελουσίως, ἀφοῦ κατάλαβε ὅτι κάποια φοβερή δύναμη ζοῦσε μέσα στά σωθικά τοῦ Δημητρίου καί τόν ὁδηγοῦσε. Γρήγορα μάλιστα ἔδωσε τήν εὐχή του. Ὁ μαρτυρικός θάνατος θεωρεῖται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀμοιβή καί στεφάνι τῶν ἀγώνων τους, ἀλλά καί σάν μία κατάργηση ἤ ὑπέρβαση τοῦ πνευματικοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου. Ἡ σκέψη τῆς «Χρυσοστομικῆς» ρητορείας στόν ἔπαινο τῶν μαρτύρων, μᾶς εἰσάγει στή Χριστολογική καί σωτηριολογική του ἔννοια· «Τοῦτο τό αἷμα ἄγγελοι μέν ὁρῶντες ἐτέρποντο, δαίμονες ἔφριττον, καί αὐτός δέ ὁ διάβολος ἔτρεμεν... Οὐ γάρ αἷμα ἦν ἁπλῶς τό ὁρώμενον, ἀλλ’ αἷμα σωτήριον, αἷμα ἅγιον, αἷμα τῶν οὐρανῶν ἄξιον...» (ΕΠΕ 36, 612-614).

Ὁ Δημήτριος ἄρχισε νά ἐπιδίδεται σέ σκληρούς πνευματικούς ἀγῶνες μέ νηστεῖες, προσευχές καί ἀγρυπνίες. Μέ γονυκλισίες καί συνεχεῖς παρακλήσεις στήν Παναγία. Ὅλα αὐτά γινόντουσαν μυστικά καί ἐλάχιστοι μποροῦσαν νά καταλάβουν τί ἔκανε καί πῶς παίρναγε τίς ὧρες του. Χρησιμοποίησε ἕνα σπήλαιο, πού βρισκόταν κοντά στό Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στή Χίο, σέ ὑψόμετρο 350 περίπου μέτρων. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μεγάλη ὑγρασία, γιατί μέσα ἀπό τό σπήλαιο περνοῦσε νερό. Ἐκεῖ ἀγωνίστηκε μέ αὐταπάρνηση καί ὑπομονή καί θά ἔμενε περισσότερο χρόνο ἄν ὁ ἅγιος Μακάριος, πού ἐν τῷ μεταξύ ἔγινε μεγαλόσχημος, δέν τόν ἔστελνε στόν Ὅσιο Νικηφόρο τό Χίο γιά νά τόν καθοδηγῇ πνευματικά. Ὅλες οἱ ἐξομολογήσεις, οἱ συζητήσεις, οἱ συμβουλές πού εἶχε δεχθῇ ὁ Δημήτριος ἀπό τόν ἅγιο Μακάριο, δέχτηκε καί ἀπό τόν ἅγιο Νικηφόρο. Καί οἱ δύο προσπάθησαν ἀρχικά νά τόν ἀποτρέψουν ἀπό τήν ἐπιθυμία τοῦ μαρτυρίου. Καί οἱ δύο ὅμως στό τέλος τοῦ ἔδωσαν τήν εὐχή τους. Μάλιστα ὁ ὅσιος Νικηφόρος, τοῦ ἔδωσε καί μία συστατική ἐπιστολή καί τόν ἔστειλε στήν Πελοπόννησο γιά νά συναντήσῃ τόν περίφημο ἐκείνη τήν ἐποχή ἱεροκήρυκα Ἀγάπιο, πού καταγόταν ἀπό τή Δημητσάνα καί ἔμενε στό Ἄργος.

Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη μία νέα ἐποχή ἀνατέλει γιά τό Δημήτριο. Ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς δέν θά ἀντιμετωπίζῃ μέ φόβο τούς Τούρκους, δέν θά εἶναι φίλος τους, οὔτε ὅμως ἐξωμότης καί μουσουλμάνος. Δέν θά κρύβεται καί θά προσεύχεται συνεχῶς νά κρατήσῃ τήν πίστη του. Θά προσπαθήσῃ νά μήν δειλιάσῃ καί νά μήν ντροπιάσῃ τούς πνευματικούς του καί ὅλους τούς Χριστιανούς πού ὑποφέρουν ἀπό τήν καταπίεση τῶν Τούρκων... Πῆρε καί πάλι τό πλοῖο τῆς ἐπιστροφῆς. Τώρα ὅμως δέν ἀναπολεῖ τά παιδικά του χρόνια, ὅπως τότε πού ἔφευγε καί πήγαινε στή Σμύρνη, ἀλλά σκέφτεται τίς ἐνέργειες πού προτίθεται νά κάνῃ καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά παρουσιαστῇ στό πρώην ἀφεντικό του, τό Βελῆ Μπαρμπέρη καί τούς ἄλλους Τούρκους γιά νά τούς πῇ γιά τή μεταστροφή του γιά νά κάνῃ τήν Ὁμολογία του καί νά λυτρωθῇ. Τό πλοῖο, ἔσχιζε τά νερά τοῦ Αἰγαίου καί αὐτός κοιτοῦσε μέ «ζήλεια» τούς γλάρους πού πετοῦσαν ἐλεύθερα μπρός πίσω ἀπό τό καράβι καί πολλές φορές ἀκούμπαγαν πάνω στά κατάρτια καί τά σχοινιά του. «Πόσο ὄμορφα δημιούργησε ὁ Θεός τόν κόσμο», σκέφτηκε καί πόσο ἀπάνθρωπα ὁ κόσμος τόν σκλάβωσε καί τόν ἀλλοίωσε. Ὁ Θεός βρέχει καί ποτίζει τή γῆ «ἐπί δικαίους καί ἀδίκους» καί ἐμεῖς μέ μοναδικό στόχο τό προσωπικό μας συμφέρον δεσμεύουμε τήν ἐλευθερία του, μοιράζουμε ἐπιλεχτικά τά ἀγαθά τῆς γῆς στά ὁποῖα μᾶς ἔβαλε δίκαιους διαχειριστές καί οἰκονόμους καί κάνουμε ὄχι ὅτι θέλει ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἑαυτός μας, τό ἐγώ μας καί ἡ καλοπέρασή μας. Ἕνας γλάρος πλησίασε πολύ κοντά του, σχεδόν τόν ἀκούμπησε, ὅταν ἕνας ἄλλος ταξιδιώτης τοῦ πέταξε ἕνα κομμάτι ψωμί καί αὐτός προσπάθησε νά τό πιάσῃ στόν ἀέρα. Ὁ ἄνθρωπος, σκέφτηκε μπορεῖ νά γίνη πιό εὔκολα φίλος μέ τά ζῶα, παρά μέ τό συνάνθρωπό του...

Μετά ἀπό ὧρες ἀντίκρισε τό λιμάνι τῶν Μύλων καί ὅταν κατέβηκε κατευθύνθηκε στό Ἄργος γιά νά συναντήσῃ τόν ἱεροκήρυκα Ἀγάπιο. Δυστυχῶς ὅμως καί ἄλλες δυσκολίες ἀντιμετώπισε στό Ἄργος. Ὁ Ἀγάπιος ἔλλειπε καί ὁ Δημήτριος ἔμεινε στό σπίτι κάποιου Χριστιανοῦ, πού τοῦ διάβαζε συνεχῶς διάφορα ἐνδιαφέροντα πράγματα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά καί ἀπό τά κατορθώματα τῶν μαρτύρων ἀπό τό Νέο Μαρτυρολόγιο. Ἡ συνεχής ἀνάγνωση τῶν διαφόρων βίων τους, ὄχι μόνο δέν φόβιζε τό Δημήτριο, ἀλλά τοῦ ἔδινε καί θάρρος. Ἐκεῖ, στό Ἄργος ἔμεινε γιά δύο ἑβδομάδες. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τήν Ἑβδομάδα τοῦ Πάσχα. Ὁ Ἀγάπιος ὅμως δέν ἐμφανίστηκε. Ἔτσι ἀπεφάσισε νά φύγῃ καί νά πάῃ στήν Τρίπολη γιά νά ὁμολογήσῃ τό Χριστό. Ξεκίνησε ἕνα πρωΐ μέ τά πόδια γιά τήν Τρίπολη καί ἀκολούθησε τόν τότε κοντινότερο δρόμο, πού περνοῦσε στήν ἀρχή μέσα ἀπό βουνά καί λαγκάδια, ἔβγαινε κοντά στό ὄρος Ἀρτεμίσιο καί μετά κατηφόριζε πρός τήν Τρίπολη. Ἐκεῖ μετά τό Ἀρτεμίσιο, στά σύνορα Ἀργολίδας καί Κορινθίας πάνω σέ ἕνα βουνό μέ ὡραία θέα, βρίσκεται ἡ Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου, πού ἱδρύθηκε τόν 11ο αἰῶνα. Ἡ Μονή αὐτή καθισμένη πάνω ἀπό τό χωριό Τσηπιανά (τή σημερινή Νεστάνη) προσεγγίζεται εἴτε μέ αὐτοκίνητο, εἴτε ἀνεβαίνοντας τά διακόσια πενήντα περίπου σκαλοπάτια πού ὁδηγοῦν στόν ἐπιβλητικό βράχο τοῦ Γουλᾶ πού εἶναι χτισμένο. Τό Μοναστήρι αὐτό, ἱστορικό κειμήλιο τῆς Ἀρκαδικῆς γῆς, ἔγινε γιά μία νύχτα, καταφύγιο καί ἄντληση δύναμης, γιά τό νεαρό Δημήτριο, ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ ἄγρυπνος ὅλη τή νύχτα προσευχόμενος στήν Παναγία, νά τόν ἐνισχύσῃ. Καθισμένος σέ μία γωνία καί ἀκούγοντας τήν ἀγρυπνία τῆς Μονῆς συμπλήρωνε μέσα του τήν παράκληση· «Θεοτόκε, Παρθένε, Ἄσπιλε, Ἄχραντε, Ἀμόλυντε, βοήθησέ με τόν ἁμαρτωλό, τόν ἐκπεσσόντα εἰς τήν ἄρνηση»...

Κατέβαινε τίς πλαγιές τῶν λόφων καί τά μονοπάτια τῶν περιοχῶν πού βρίσκονται μεταξύ τῆς Μονῆς τῆς Γοργοεπηκόου καί τῆς Τρίπολης καί σιγόψελνε ὅσα θυμόταν ἀπέξω γιά νά πάρη δύναμη. «Κλῖνον, Κύριε, τό οὖς σου, καί ἐπάκουσόν μου, ὅτι πτωχός καί πένης εἰμί ἐγώ... Ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου ἐκέκραξα πρός σέ, ὅτι ἐπήκουσάς μου... Ὁδήγησόν με, Κύριε, ἐν τῆ ὁδῷ σου, καί πορεύσομαι ἐν τῆ ἀληθείᾳ σου... Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν ὅλη καρδίᾳ μου, καί δοξάσῳ τό ὄνομά σου εἰς τόν αἰῶνα. Ὅτι τό ἔλεός σου μέγα ἐπ’ ἐμέ, καί ἐῤῥὐσω τήν ψυχήν μου ἐκ ἅδου κατωτάτου...». Καί πολλά ἄλλα τροπάρια, ὄχι μόνο ἀπό τούς ψαλμούς, ἀλλά καί ἀπό τή Θεία Λειτουργία καί ἀπό ἀπολυτίκια Ἁγίων πού γνώριζε. Ἰδιαίτερα ἔλεγε τό τροπάριο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, τόν ὁποῖο εἶχε προστάτη καί βοηθό μετά ἀπό τόν Σωτῆρα Χριστό καί τήν Παναγία μητέρα του. Μέγαν εὕρατο, ἐν τοῖς κινδύνοις, σέ ὑπέρμαχον, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τά ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τήν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαρρύνας τόν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Τά παραπάνω λόγια τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, εἶχαν πολύ μεγάλη σημασία καί γιά τόν ἴδιο τό Δημήτρη προσωπικά. Τοῦ ἔλεγαν, ὅτι ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη βρῆκε στό πρόσωπό του τό μεγάλο προστάτη της στούς κινδύνους. Καί ὅπως κατέβαλε τή δύναμη τοῦ γίγαντα Λιαίου, πού ἀπειλοῦσε τό Νέστορα, δίνοντας δύναμη σέ αὐτό τό νεαρό παιδί νά τόν νικήσῃ, ἔτσι ὁ ἅγιος θά δώσῃ πνευματική δύναμη στό Δημήτριο γιά νά ξεπεράσῃ κάθε φόβο καί νά ἀτενίσῃ λυτρωμένος τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Συνεχίζει νά περπατάει μέσα στή μεγάλη πεδιάδα πού βρίσκεται στό μέσον τῆς ἀποστάσεως μεταξύ Ἀρτεμισίου καί Τριπόλεως. Γύρω του, χιλιάδες πολύχρωμα ἀνθισμένα δένδρα, κυρίως πορτοκαλιές, νερατζιές καί λεμονιές σκορποῦν τά μυροβόλα ἀρώματά τους γύρω καί μέ βοήθεια τό ἐλαφρύ ἀεράκι ἁπλώνουν τήν εὐωδία τους, δεκάδες ἤ καί ἑκατοντάδες μέτρα μακρυά. Εἴμαστε λίγο μετά τό Πάσχα, τότε πού μαζί μέ τό Χριστό, ἀνασταίνεται καί ὁλόκληρη ἡ φύση. Καί ὅσο ἡ φύση ἀνθοβολεῖ, τόσο ἡ ψυχή ἀναζητᾶ τήν αἰωνιότητά της, τήν κατανίκηση τοῦ θανάτου καί τό σπάσιμο τῶν δεσμῶν τοῦ σκότους.

Ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος εἶναι πλέον στή μέση τοῦ οὐρανοῦ. Κουράστηκε. Σταματάει κάτω ἀπό ἕνα πυκνό δένδρο γιά νά ξεκουραστῇ λίγο καί βγάζει ἀπό τόν κόρφο του ἕνα ξύλινο σκαλισμένο σταυρό. Στή μία πλευρά εἶναι χαραγμένος ὁ ἐσταυρωμένος καί στήν ἄλλη ὁ προστάτης του ἅγιος Δημήτριος. Παίρνει τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τίς δύο μορφές καί τά φωτοστέφανα καί τά φιλάει μέ ἀνείπωτο σεβασμό. Ἀκουμπᾶ τό ξύλο στό στῆθος του, πού ἀνεβοκατεβαίνει ἀπό τήν κούραση καί τή βραχνάδα τοῦ θανάτου. Μετά βγάζει ἕνα ἄλλο ξύλο, στό ὁποῖο ἔχει χαραγμένη μία γυναικεία μορφή. Εἶναι τῆς μητέρας του. Τή φιλάει θερμά τῆς ζητάει συγνώμη καί χωρίς νά ξέρῃ γιατί, μόνο ψελλίζει· «Εὐλογημένη μάνα, ἄς εἶναι δοξασμένο τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πού δέν ἔζησες νά δῇς τήν πτώση μου. Γρήγορα θά ξαναβρεθοῦμε...». Στόν πόλεμο αὐτό τόν πνευματικό, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά, οἱ λέξεις ἔχουν ἄλλη ἔννοια. Ἡ ἀνδρεία, ἡ πραγματική ἀνδρεία ταυτίζεται μέ τήν ταπείνωση. Ὁ πλοῦτος μέ τήν καλοσύνη. Ἡ ἀγάπη μέ τόν πόνο, μέ τή λύπηση, μέ τό ἐνδιαφέρον γιά τούς ἄλλους. Ἡ ὀμορφιά μέ τήν ἱλαρότητα. Ὁ θάνατος δέν εἶναι πλέον τιμωρός, ἀλλά ὑποφερτός... καλοδεχούμενος... καί σημεῖο συνάντησης μέ πολύ - ἀγαπημένα πρόσωπα.

Τώρα ὁ Δημήτριος δέν αἰσθάνεται φόβο. Τώρα αἰσθάνεται γαλήνη, ὑπομονή, ἀγάπη, προσμονή καί στό βάθος νά γλυκοχαράζῃ ἡ ἐλπίδα... Σταυρώνει πολλές φορές τά χέρια του, ἐνῶ συχνά ἀκουμπᾶ τό χέρι του καί χαϊδεύει ἕνα μεγάλο ρωμαλέο κυνηγετικό σκύλο πού τόν ἀκολούθησε ἀπό τό χωριό Μερκοβούνι μέχρι ἐδῶ στήν σκιά τοῦ δένδρου πού ξεκουράζεται. Τόν κοιτάζει στά μάτια καί τοῦ λέει· «τώρα τρέξε πίσω στό χωριό μή χαθῇς. Φθάνει δέν χρειάζεται νά μέ ἀκολουθῇς, δέν μπορεῖς νά ἔλθῃς ἐκεῖ πού πάω ἐγώ...». Τό τεράστιο σκυλί, ἕνα πραγματικό ἀγρίμι, πού θά τό φοβόταν κάθε ἄνθρωπος, σάν ἄκακο ἀρνάκι, κουνάει τήν οὐρά του, πηγαίνει πιό κοντά του, τόν ἀκουμπᾶ μέ τό μπροστινό του πόδι, τόν γλύφει στό πεσμένο του χέρι καί γαβγίζει δυνατά πολλές φορές. Καταλαβαίνει ὅτι ὅλα τελείωσαν... Μά «καταλαβαίνουν τά σκυλιά;» Καί ὅμως ὁ Δημήτρης καί τό σκυλί αὐτό, γνώριζαν νά καταλαβαίνῃ ὁ ἕνας τόν ἄλλο... Πήγαινε «φίλε» τοῦ λέει ὁ Δημήτρης. Ἐγώ θά πάω ἀπό ἐδῶ, ἐσύ δέν πρέπει νά εἶσαι δίπλα μου, θά τρομάζεις τούς ἀνθρώπους. Καί ὁ σκύλος, κάθησε κάτω, ἔμεινε ἀκίνητος καί παρακολουθοῦσε τή Δημήτρη πού χανόταν στό βάθος τοῦ δρόμου, πρός τήν Τρίπολη... Κύριος φωτισμός μου καί σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστής τῆς ζωῆς μου, ὑπό τίνος δειλιάσω;

Τίκ τάκ, τίκ τάκ ἀκούγεται μέσα του τό ρολόϊ τῆς ζωῆς, πού δέν εἶναι ἄλλο, ἀπό τό σπουδαιότερο μέλος τοῦ ἀνθρώπου, πού μετράει τό χρόνο μέ τούς χτύπους του. Καί κάθε χτύπος τοῦ ρολογιοῦ καί τῆς καρδιᾶς... πού μικραίνει τή ζωή... τοῦ θυμίζει τό σφάλμα του, πού μοιάζει μέ θάνατο. Γιατί ὁ κακός ἑαυτός εἶναι χειρότερος καί ἀπό τό σωματικό θάνατο. Στό σωματικό θάνατο πεθαίνεις μία φορά, στόν πνευματικό συνέχεια... Ὁ νοῦς του προσηλώνεται στούς χτύπους τῆς καρδιᾶς του καί αἰχμαλωτίζεται ἀπό τό φόβο τοῦ ρίγους πού φέρνουν οἱ ἀναμνήσεις του, πού σβήνονται καί ξαναγράφονται καί ξανασβήνονται ἀσταπιαία... «Μάνα» λέει σιγανά καί αὐθόρμητα, «μάνα» ἐπαναλαμβάνει «μοῦ ἔλλειψαν οἱ τρυφερές λέξεις τῆς μάνας, οἱ συμβουλές τοῦ πατέρα καί οἱ μελωμένες τῆς γιαγιᾶς, μά πάνω ἀπ’ ὅλα μέ βαραίνει ἡ ἐνοχή. Ἡ ἐνοχή πού σακατεύει τόν θύτη περισσότερο ἀπό τό θῦμα» μονολογάει καί τό στόμα του ξεκολλάει ἀπό τίς πίκρες τῶν σκέψεων. Τώρα κοιτάζει μέ θάρρος τόν οὐρανό. «Ὁ θάνατός μου» ψιθυρίζει «θά εἶναι ἡ μικρή τιμωρία μου, ἀλλά ὄχι τό τέλος». Καί ξεκινᾶ γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου, νά συναντήσῃ φίλους καί γνωστούς, νά δώσῃ ἕναν ἀκόμη ἀγῶνα... διαφορετικόν αὐτόν... Αἰσθάνεται κάπως ἄβολα νά ἐξηγήσῃ τά ἀνεξήγητα... Παίρνει τό μονοπάτι μέ τά ἑξακόσια πενήντα ἑπτά βήματα καί φθάνει ἐκεῖ γιά νά περάσῃ τήν τελευταία αὐτή νύχτα τῆς ζωῆς του.... Συναντᾶ τόν π. Ἀντώνιο, τόν ἀδελφό του, τή γυναίκα του, καί τόν ἐπίτροπο τοῦ ναοῦ. Μένει κοντά τους ὅλη τή νύχτα ...

Αἰσθάνεται ἐκεῖ μέσα πώς βρίσκεται ἀνάμεσα στή γῆ καί στόν οὐρανό, ἐκεῖ ἀκριβῶς πού ἀνταμώνουν ἡ ζωή καί ὁ θάνατος. Τά καντηλάκια ἀστράφτουν καί ξεχωρίζουν ἁπαλά μέσα στό σκοτάδι, ἐνῶ τά κεριά εἰσβάλουν δυναμικά ἀπό τό νάρθηκα, θέλοντας νά τό κυριεύσουν. Τό ἐλαφρύ ἀεράκι φυσάει ἀπό τή μισάνοιχτη πόρτα ἤ ἀπό τά κόκκινα καί πράσινα παραθυράκια προσπαθώντας νά τά σβήσει καί τότε τά σβηστά φυτίλια σπαρταροῦν καί ὁ καπνός τους χάνεται, ὅπως σπαρταράει ὁ ἄνθρωπος γιά μία στιγμή καί μετά χάνεται γιά πάντα ἀπό τή ζωή. Ὁ Δημήτρης σέ μία γωνία τῆς Ἐκκλησίας, σκύβει κάτω ἀπό τό πετραχήλι τοῦ π. Ἀντωνίου καί ἐξομολογεῖται τίς ἁμαρτίες του. Αὐτός τοῦ διαβάζει τή συγχωρητική εὐχή καί τοῦ δίνει τήν ἄδεια νά κοινωνήσῃ... Ὁ π. Ἀντώνιος ἔβαλε «εὐλογητός...» καί ὁ ψάλτης ἄρχισε νά διαβάζῃ τά γράμματα τοῦ ἑσπερινοῦ· «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ... Κύριε, ἐκέκραξα πρός σέ, εἰσάκουσόν μου... Ὅτι πρός Σέ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου· ἐπί Σοί ἤλπισα, μή ἀντανέλῃς τήν ψυχή μου... Φῶς ἱλαρόν ἁγίας δόξης... Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἑσπέρα ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς... Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον Σου, Δέσποτα...».

Ἀκολούθησε, ἡ Λιτή, ὁ Ὄρθρος καί ἡ Θεία Λειτουργία, στό τέλος τῆς ὁποίας ὁ Δημήτρης κοινώνησε τό σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πυρπολούμενος ἀπό μία ἀνέκφραστη δύναμη. Ὁ π. Ἀντώνιος μετά τό τέλος τοῦ ἑσπερινοῦ ἄνοιξε τή συζήτηση καί μέ γλυκιά πατρική φωνή προσπάθησε νά μεταπείσῃ τό Δημήτρη, ἀπό τήν ἀπόφασή του. «Παιδί μου» τοῦ εἶπε. «Σκέψου το καλύτερα. Ὁ Χριστός δέχτηκε τή μετάνοιά σου. Ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα. Ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὅλοι οἱ ἅγιοι, διδάσκουν, ὅτι κανένα ἁμάρτημα δέν μένει ἀσυγχώρητο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανιώσῃ ἀληθινά. Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία βγῆκε καί ἀπόφαση γι’ αὐτό, ὅταν κάποιοι ἔλεγαν, ὅτι δῆθεν ἡ ἀρνησιθρησκεία δέν μπορεῖ νά συγχωρηθῇ. Μήν ἀμφιβάλεις γι’ αὐτό. Ἄν θέλεις, νά σοῦ διαβάσῳ καί τόν σχετικό Κανόνα..».

Ὁ Δημήτρης ἄκουγε προσεκτικά, δέν βιαζόταν ν’ ἀπαντήσῃ καί ὅταν ἀπαντοῦσε, ἔβγαζε ἀπό μέσα του, ὅλη τήν ἀλήθεια τῆς ψυχῆς του «Ὄχι, πάτερ μου, οὐδεμία ἀμφιβολία ἔχω γιά ὅλα ὅσα μοῦ λέτε. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει μέσα μου γιά τή δυνατότητα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας νά συγχωροῦν κατά παραχώρηση τοῦ Χριστοῦ ὅλες τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Οὐδεμία ἀμφιβολία ἔχω ὅτι ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ γιά τό Χριστιανό, ἕνα δεύτερο βάπτισμα. Οὔτε ὑποτιμῶ τίς δυσκολίες τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ θανάτου. Πιστεύω ὅμως στό Θεό Πατέρα, στόν σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστό καί στήν Παρθένα μητέρα του, ὅτι θά μέ δυναμώσουν καί μένα τόν ἄθλιο, ὅπως δυνάμωσαν ὅλους τούς Ἁγίους Μάρτυρες, γιά ν’ ἐξαλείψω τήν ἁμαρτία μου μέ τό αἷμα μου. Ἔχετε θάρρος ἀδελφοί μου, γιατί ὅλες μου τίς ἐλπίδες τίς ἔχω στό Θεό». Ὅλοι σιώπησαν γιά λίγο. Μέτραγαν προσεκτικά τά λόγια του καί τά ἔβγαζαν σωστά. Ἄρχισαν νά διερωτοῦνται γιά τή δική τους πίστη. Μήπως ἦσαν ὁλιγόπιστοι; Μήπως αὐτό τό παιδί μποροῦσε νά δῇ αὐτά πού δέν ἔβλεπαν αὐτοί; Πέρασαν ἀρκετά λεπτά. Κανένας δέν μιλοῦσε. Ὁ π. Ἀντώνιος ἔκλεισε τή συζήτηση αὐτή λέγοντας· «Δημήτρη μου, τό τί τελικά θά κάνῃς θά τό ἀποφασίσῃς μόνο ἐσύ. Ἐμεῖς ἁπλῶς σοῦ λέμε τή γνώμη μας. Ἴσως κάνουμε καί λάθος. Ὅμως σέ παρακαλῶ, ἄς μείνουμε μόνοι μας, μερικές ὧρες καί ἄς παρακαλέσουμε τό Θεό νά μᾶς φανερώσῃ τό δικό του θέλημα...» καί ἔφυγε, ἐνῶ ὁ Δημήτρης ἔμεινε προσευχόμενος στό Ναό, μέχρι πού κάποια στιγμή τόν πῆρε ὁ ὕπνος...

Τό πρωΐ πού ξανασυναντήθηκαν, ὁ Δημήτρης καί ὁ π. Ἀντώνιος δέν συζήτησαν καί δέν ρώτησε ὁ ἕνας τόν ἄλλο ἄν εἶχαν κάτι νά ποῦν. Ὁ καθένας, γιά τούς δικούς του λόγους κράτησε τό στόμα του κλειστό. Ἦταν ὅμως φανερό, ὅτι καί οἱ δύο εἶχαν νιώσει παράξενα πράγματα. Ἴσως εἶχαν δεῖ καί τό ἴδιο ὅραμα, ἴσως περπάτησαν μαζί στίς ἴδιες φωταυγεῖες καί δέχθηκαν τίς ἴδιες ἐλάμψεις, ἴσως... ἴσως... Ὅμως, ὁ π. Ἀντώνιος, φαινόταν ὅτι εἶχε ἀποδεχθεῖ τίς ἐπιλογές τοῦ Δημητρίου. Εἶχε μᾶλλον πεισθεῖ, ὅτι αὐτό τό ἐπέτρεψε, τό δέχτηκε καί τό ἐνέκρινε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κάτι, εἶχε ἀλλάξει μέσα του... Ὁ Δημήτρης, ἔφυγε, κατέβηκε στήν ἀγορά, πάλι καί πάλι πέρασε ἀπό ὅλα τά μαγαζιά. Μίλαγε σέ ὅλους, ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη», μά κανένας δέν τοῦ ἔδινε σημασία. Κανένας δέν τόν ἀναγνώρισε καί ἄρχισε νά λυπᾶται γι’ αὐτό. Μετά, πέρασε ἀπό τό κουρεῖο, πού ἐργαζόταν καί τούς εἶπε, ὅτι αὐτός ἦταν πού εἶχε ἐκεῖ ἀρνηθεῖ τό Χριστό, ὅτι εἶχε μετανιώσει γι’ αὐτό καί ἦλθε νά τό πῇ σέ ὅλους, νά ὁμολογήσῃ τήν πίστη του ἐκεῖ πού τήν ἀρνήθηκε. Τόν ἄκουσαν, ἀλλά ἦταν σάν νά μήν τόν ἄκουσαν. Οἱ μέν Χριστιανοί τρομοκρατήθηκαν μέ τή σκέψη ὅτι πολλά δεινά θά μποροῦσαν ν’ ἀκολουθήσουν, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι περίμεναν κάποιον ἐπίσημο νά πάρῃ πρωτοβουλία καί νά τιμωρήσῃ αὐτόν τόν «ἄμυαλο νεαρό». Αὐτό συνεχίστηκε γιά ὧρες. Ὁ Δημήτρης περπατοῦσε ἀπό μαγαζί σέ μαγαζί, ἀπό ρούγα σέ ρούγα καί ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη» καί οἱ Τοῦρκοι συνεχῶς ἐκνευρίζοντο, μέχρι πού ἀποφάσισαν νά τοῦ κλείσουν τό στόμα, γιά νά μήν ξεσηκώσῃ τούς ραγιάδες...

Οἱ σκηνές πού διαδραματίστηκαν στούς δρόμους τῆς Τρίπολης ἔμοιαζαν ἀρκετά μέ τίς σκηνές στήν Ἱερουσαλήμ, ὅταν πρίν 1.800 χρόνια περίπου, οἱ ἑβραῖοι ὁδηγοῦσαν τό Χριστό, στόν Ἄννα καί τόν Καϊάφα, γιά νά τόν δικάσουν. Ἕνας σκληροτράχηλος καί αἱμοβόρος Τοῦρκος, ἅρπαξε τόν Δημήτριο ἀπό τά ροῦχα καί τά μαλλιά καί τόν ἔσερνε στό δρόμο γιά νά τόν πάῃ στόν ἡγεμόνα. Μάλιστα κάποια στιγμή τόν ἔβαλε μέσα σέ ἕνα κατάστημα καί ἄρχισε νά τόν ψάχνῃ γιά νά δῇ ἄν ἔχει χρήματα, νά τοῦ τά πάρῃ. Μετά, μέ κλωτσιές καί σπρωξιές, μέ βίαιο καί ἀπάνθρωπο τρόπο, ὁ Τοῦρκος ὁδήγησε τή Δημήτρη στόν βοηθό τοῦ ἡγεμόνα, ἄν καί ὁ Δημήτρης, οὐδεμία ἀντίσταση ἔφερνε, ἀλλά τουναντίον πήγαινε μέ τή θέλησή του στό δικαστήριο. Στό δρόμο, μαζεύτηκαν μερικοί Τοῦρκοι πού φώναζαν· «θάνατος, θάνατος στόν ἀρνητή», ἐνῶ, μερικοί Χριστιανοί ἀπό μακρυά παρακολουθοῦσαν ὅσα γινόντουσαν μέ φόβο καί ἀγωνία... Σέ λίγο, ἡ ὀχλαγωγία στήν κατάμεστη, κυρίως ἀπό Τούρκους, αἴθουσα, δέν ἄφηνε πολλά περιθώρια γιά μία ὀργανωμένη συζήτηση, μέχρι πού ἡ βροντερή φωνή τοῦ δικαστή ἀκούστηκε· «Ἡσυχία... ἡσυχία, λέω, σταματῆστε γιά νά ἀκοῦστε τά γεγονότα καί τίς ἀποφάσεις». Ἀμέσως ἀπόλυτη ἡσυχία ἔγινε στό χῶρο. Ὅλοι γνώριζαν τή φωνή τοῦ δικαστή καί ὅλοι ἤξεραν, ὅτι δέν ἀστειευόταν καί ὅτι θά τούς ἔβγαζε ἔξω, ἄν συνέχιζαν νά μιλοῦν.

Ὁ Δημήτρης, ἤρεμος καί ἐπιβλητικός περίμενε μέ ὑπομονή στή θέση τοῦ κατηγορουμένου γιά νά τοῦ ζητήσουν τό λόγο. Εἶχε τό ἕνα χέρι στό στῆθος του καί μέ τό ἄλλο σχημάτιζε κρυφά τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Σέ ὁρισμένα σημεῖα, φαινόντουσαν γρατζουνιές καί μπλαβίσματα, ἀλλά κανείς δέν τόν ρώτησε ποιός τοῦ τά ἔκανε. Ὁ δικαστής εἶχε σηκωθεῖ ὄρθιος, ἀκούμπαγε σέ ἕνα ξύλινο ραβδί μέ σκαλισμένο στή λαβή του τό κεφάλι ἑνός πουλιοῦ καί ξεχώριζε, ἴσως χωρίς νά τό ἐπιδιώκει, ἀπό τά ἀνοιχτοκόκκινα παπούτσια του. Πλησίασε τό Δημήτρη καί μέ μαλακό ὕφος τοῦ εἶπε· «Γιατί παιδί μου τό ἔκανες αὐτό; Δέν λυπᾶσαι τή νεότητά σου; Δέν γνωρίζεις, ὅτι ὅποιος πιστεύσῃ στόν Ἀλάχ, δέν ἐπιτρέπεται ν’ ἀλαξοπιστήσῃ. Τέλος πάντων δεῖξε μεταμέλεια καί θά σέ συγχωρήσῳ». Καί ὁ Δημήτρης μέ ταπείνωση καί εἰλικρίνεια τοῦ ἀπάντησε· «Κύριε, ἐγώ γεννήθηκα ἕλληνας καί χριστιανός. Δέν ἤμουν ἀπό τήν ἀρχή Μουσουλμάνος. Ἀναγκάστηκα νά γίνω Μουσουλμάνος. Ὅμως μετάνιωσα ἀληθινά. Θέλω νά μείνω ἕλληνας καί χριστιανός σέ ὅλη τή ζωή μου. Δέν μπορῶ ν’ ἀρνηθῶ γιά δεύτερη φορά τήν πίστη μου. Καλύτερα νά πεθάνω παρά νά τήν ξανά - προδώσω γιά δεύτερη φορά». Ὁ δικαστής χρησιμοποιώντας ὅλη τήν ἐμπειρία του προσπάθησε νά τόν μεταπείσῃ, βλέποντας ὅμως τήν ἐπιμονή του, δέν θέλησε νά ἐκδόσῃ θανατική ἀπόφαση καί τόν ἔστειλε στόν ἀνώτερο διοικητή Τριπόλεως, τόν ἡγεμόνα Μουσταφᾶ.

Ὁ Μουσταφᾶ, ἦταν ἐντελῶς διαφορετικός ἀπό τό δικαστή. Παρά τήν προχωρημένη ἡλικία του, στυγνός, ἀνέκφραστος καί βλοσυρός, προκαλοῦσε φόβο. Δέν μιλοῦσε πολύ, ἀλλά ὅταν μίλαγε, ζύγιζε καλά τά λόγια του καί ἡ βροντερή φουσκωμένη φωνή του δονοῦσε τήν αἴθουσα. Τόν φοβόταν ἀκόμη καί ὁ δικαστής καί γιά τοῦτο, δέν ἤθελε νά πάρει ἀποφάσεις πού θά τόν ἐκνεύριζαν. Ἐδῶ, δέν ὑπῆρχε πολύς κόσμος. Ὁ διοικητής δέν ἐπέτρεπε νά μπῆ στήν αἴθουσα τῶν ἀποφάσεων ὁποιοσδήποτε. Ὅλοι, ἐκτός ἀπό τό Δημήτρη ἦταν ἄνθρωποί του. Στεκόταν στό θρόνο του ἀγέρωχος καί ἀσάλευτος. Τά μάτια του ζωηρά, γεμάτα ἀποφασιστικότητα. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔφερε τό Δημήτρη ἀπό τό δικαστήριο στόν ἀνώτατο διοικητή, πλησίασε καί εἶπε· «Ἄρχοντά μου, ὁ μουσουλμάνος αὐτός ἀπαρνήθηκε τήν πίστη του καί παρά τίς προτροπές τοῦ δικαστή δέν θέλει νά μετανιώσῃ. Ὁ δικαστής ἀποφάσισε νά σᾶς τόν στείλῃ, μήπως στό δρόμο μετανιώσῃ, ἀλλά καί γιά νά ἔχετε ἐσεῖς τήν ὁριστική ἀπόφαση. Σᾶς διαβεβαιώνει δέ, ὅτι ἡ ἀπόφασή σας, εἶναι καί δική του ἀπόφαση». Ὁ διοικητής, γύρισε στό Δημήτρη καί τοῦ εἶπε· «Ἔτσι εἶναι ἀρνεῖσαι τήν οὐρανόσταλτη πίστη μας;». «Τήν ἀρνοῦμαι καί συντάσσομαι μέ τό Χριστό», ἀπάντησε ἀγέρωχα αὐτός, γνωρίζοντας τή συνέχεια.

Ἡ σιωπή πού ἀκολούθησε γιά μερικά δευτερόλεπτα ἦταν ἐκκωφαντική. Μετά· «Πάρτε τον καί παραδῶστε τον κατευθεῖαν στό Δήμιο γιά ἀποκεφαλισμό», φώναξε ὁ διοικητής καί ὅλοι φοβήθηκαν, γιατί πρώτη φορά τόν εἶδαν καί τόν ἄκουσαν τόσο ἐκνευρισμένο. Ἀμέσως, ἕνας στρατιώτης τόν ἅρπαξε, τόν τίναξε πάνω σάν ἀντικείμενο καί μετά τόν ἔσπρωξε πρός τήν ἔξοδο καί κλωτσώντας τόν συνεχῶς, τόν παρέδωσε στό Δήμιο. Ἡ ἡμέρα ἔξω ἦταν παράξενη. Ἡ ὀμίχλη εἶχε σκεπάσει τοῦ ἥλιου τό φῶς καί ἡ θολούρα τῆς φύσεως εἶχε κουρνιάσει μέσα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὁλομόναχοι οἱ περισσότεροι, μέ τήν καρδιά τους μαύρη, πάσχιζαν νά περιμαζέψουν, ὅπως ὁ καθένας μποροῦσε, τῆς ξεχαρβάλωτης φαμίλιας τους τά ὑπολείμματα καί νά σώσουν ὅτι μποροῦσαν. Τό σκουλήκι τῆς σκλαβειᾶς τοῦ ἔτρωγε τήν καρδιά καί τό σαράκι τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τό εἶναι, τήν ψυχή καί τήν ἀναπνοή τους... Καί ὅμως, μέσα στή λαίλαπα τῆς σκλαβειᾶς, μέσα σέ μία κατάσταση ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς σκλαβωμένης ἀρκούδας πού εἶναι καταδικασμένη ν’ ἀκολουθῇ τόν Τουρκόγυφτο, πιασμένη μέ κρίκο ἀπό τό ρουθούνι, μέσα σέ μία παρόμοια ἀλλά καί χειρότερη κατάσταση, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολύ ἀνώτερος ἀπό τά ζῶα, μέσα σέ μία τέτοια δυστυχία, πάντα βρίσκονται ἄνθρωποι πού κάνουν τήν ὑπέρβαση...

Βλέποντας τό νεαρό παιδί νά σπρώχνεται καί ν’ ὁδηγεῖται στό Δήμιο, μία ἄγνωστη ἡλικιωμένη γυναίκα, τό πλησίασε μέ ἀνάλαφρα βήματα καί σχεδόν ἀθέατη τό ἀγκάλιασε, τό φίλησε καί τοῦ ψιθύρισε «κουράγιο παιδί μου». Δέν πρόλαβε ὅμως νά ἀπομακρυνθῇ, ὅταν ὁ στρατιώτης καί μέ μία γερή κλωτσιά τήν πέταξε στήν ἄκρη τοῦ δρόμου. Πιό κάτω μερικοί Χριστιανοί τόν χαιρετοῦσαν, ἐνῶ ὁ Δημήτρης συγκινημένος τούς ζήτησε νά προσεύχονται γι’ αὐτόν... Αὐτές ὅμως οἱ ἐλάχιστες, ἀλλά θερμές ἐκδηλώσεις, τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστα τά συναισθήματά του. Τά μάτια του βούρκωσαν καί ἀπό τά νεανικά του μάγουλα κύλισαν πολλές σταγόνες καυτῶν δακρύων... Θυμήθηκε τή μητέρα του, τόν ἀδελφό του, τόν πατέρα του. Θυμήθηκε τόν ἑαυτό του καβάλα στό ἄλογο, νά τόν τιμοῦν οἱ Τοῦρκοι. Μετά θυμήθηκε τίς νουθεσίες τοῦ ἁγίου Μακαρίου καί τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου. Μετά ἔβγαλε ἕναν ἀναστεναγμό καί ζήτησε τή βοήθεια τῆς Παναγίας· «Γοργοϋπήκοε, παρακάλεσε τόν υἱό σου νά μέ πάρῃ γρήγορα κοντά του» καί φθάνοντας στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἔσκυψε τό κεφάλι καί ...

Τρίτη τοῦ Θωμᾶ λίγο πρίν τίς μία ἡ ὥρα τό μεσημέρι, ὁ Δήμιος μέ τρία ἀπανωτά χτυπήματα, μέ τρομαχτική ψυχραιμία, μέ δύναμη καί ἀποφασιστικότητα, ἀποκεφάλισε τόν νεαρό πρώην ἐξωμότη καί τωρινό νεομάρτυρα καί ἄφησε τό σῶμα του καταγῆς, γιά νά τό φᾶνε τ’ ἀγρίμια καί νά φοβηθοῦν οἱ Ρωμιοί, νά μήν παίζουν μέ τήν πίστη τους. Τό μέρος ἦταν ἔρημο καί ὁ κίνδυνος νά φαγωθῇ ἀπό ἄγρια σκυλιά ἤ ἀγρίμια μεγάλος. Ἐκεῖ παρέμεινε τό σῶμα τοῦ Δημητρίου ἤ καλύτερα τοῦ νεομάρτυρα Δημητρίου γιά τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες. Ὅμως, ἀμέσως μόλις ἔφυγαν οἱ Τοῦρκοι μέ τό Δήμιο, ἕνα μπουλούκι σκυλιά ἐμφανίστηκε καί κάθησε γύρω ἀπό τό σῶμα τοῦ Ἁγίου, δημιουργώντας ἕνα ἡμικύκλιο, γιά νά προστατεύσῃ τό τίμιο σῶμα του. Ἦταν, ὁ «φίλος» τοῦ Δημητρίου, πού εἶχε συναντήσει κοντά στό χωριό Μερκοβούνι καί ὁ ὁποῖος φεύγοντας, ἔφερε καί τρία ἄλλα σκυλιά μαζί του γιά ὑποστήριξη. Τρεῖς ἡμέρες κάθησαν τά σκυλιά ἐκεῖ, σχεδόν ἀκίνητα, χωρίς φαγητό, φυλλάγοντας τό σῶμα, μέχρι πού κάποιοι χριστιανοί τό μάζεψαν καί τό τίμησαν ἀνάλογα.

Πιθανόν ἀναρωτιοῦνται μερικοί γιά τή συμπεριφορά τῶν σκυλιῶν αὐτῶν. Πιθανόν ἄλλοι ν’ ἀμφισβητήσουν τήν πράξη τους. Ὅμως, εἶναι πολλά τά παραδείγματα ἀπό τή ζωή τῶν Ἁγίων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου τά ζῶα ἔδειξαν μία ἀκατανόητη γιά τήν ἀνθρώπινη λογική ὑπακοή, πού δέν ἐξηγεῖται μέ τούς νόμους τῆς φύσεως καί τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά μόνο μέ τούς νόμους τῆς ὑπερβάσεως καί τῶν θαυμάτων... Χαρακτηριστικό εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων πού καταδικάστηκε νά σπαραχθῇ ἀπό τά θηρία, μετά ὅμως ἀπό τήν προσευχή του, ἄλλα τόν προσκυνοῦσαν σκύβοντας τό κεφάλι τους καί ἄλλα τοῦ ἔγλυφαν τίς πληγές. Σέ μία ἄλλη περίπτωση διαβάζουμε γιά τή βοήθεια ἑνός δελφινιοῦ στή διαφύλαξη τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Φιλήμονος καί τοῦ ἁγίου Ἀπολλωνίου, ὅταν αὐτά τοποθετήθηκαν σέ σάκκους καί πετάχθηκαν στή θάλασσα. Τό δελφίνι πῆρε τούς σάκκους στήν πλάτη του καί τους ἔφερε στήν παραλία τῆς Ἀλεξάνδρειας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι· « Ὅπου Θεός δέ βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις», δηλαδή, ὅπου θέλει ὁ Θεός νικιέται ἡ συνηθισμένη φυσική κατάσταση τῶν πραγμάτων καί βλέπουμε πράγματα ὑπερφυσικά καί ἀκατανόητα, ἀληθινά θαύματα.

Τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες, οἱ κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς ἄκουγαν ἕναν ἀνάλαφρο ἦχο, ἔβλεπαν ἀπό μακρυά μία θεσπέσια φωτοχυσία, ἔνιωθαν ἕνα παράξενο φόβο καί τούς καθήλωνε ἕνα ἀκατανόητο συναίσθημα... Σιγά - σιγά ξεπέρασαν τό φόβο τῶν Τούρκων καί παρέλαβον τό τίμιο λείψανο. Μερικοί ἀπό σεβασμό καί θρησκευτικότητα περνοῦσαν γρήγορα καί ἔπαιρναν κάτι ἀπό τά ροῦχα τοῦ Νεομάρτυρα, σάν φυλαχτό καί βοήθεια...