Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Μιά φορά καί ἕναν καιρό, πρίν ἀπό χίλια τόσα... χρόνια, ζοῦσε ἕνας ἁπλός, ἀγαθός, ἀλλά παράξενος ἄνθρωπος. Ἦταν τόσο διαφορετικός ἀπό τούς ἄλλους, ὥστε σιγά - σιγά δημιουργήθηκε γύρω του ἡ ἐντύπωση, πώς ἦταν τρελός. Ὅλοι, ἤ μᾶλλον σχεδόν ὅλοι, τόν ἀπέφευγαν. Ἕνα ἀκόμη γεγονός πού «δικαιολογοῦσε» τήν ἀπομόνωσή του, ἦταν πώς ἦταν δοῦλος σέ κάποιον μεγάλο ἄρχοντα. Ποιός λοιπόν, θά καθόταν νά μιλήσῃ σέ ἕνα δοῦλο; Αὐτός ὄχι μόνο δέν στεναχωριόταν γι’ αὐτό, ἀλλά τόν εὐχαριστοῦσε κιόλας. Τόν ἔλεγαν Ἀνδρέα καί περνοῦσε τόν καιρό του μέσα σέ βαθειά σκέψη, ἐνδοσκόπηση καί γνώση τῶν μεγάλων μυστηρίων. Μεταξύ τῶν ἐλάχιστων ἀνθρώπων πού τόν γνώριζαν κάπως καί πού καταλάβαιναν τή σοφία πού κρυβόταν μέσα του, ἦταν καί κάποιος Ἐπιφάνιος.

Ὁ Ἐπιφάνιος μία ἡμέρα τόν ρώτησε· «Τί θά γίνῃ ἄν ὅλος σχεδόν ὁ κόσμος πέσει στήν ἁμαρτία;» Καί αὐτός τοῦ ἀπάντησε· «Ὅταν θά ἔλθῃ ἡ μεγάλη παρανομία πού θά συνέρχονται πατέρας μέ κόρη καί γιός μέ μάνα καί ἀδελφός μέ ἀδελφή, τότε πού ἐξ’ αἰτίας τῆς καταραμένης ἀκολασίας, θά βροῦν πρόφαση οἱ μωροί καί θά χλιμιντρίζουν σάν ἄλογα, τότε θ’ ἀνέβη ἡ σαπίλα καί ἡ δυσοσμία στόν οὐρανό, θ’ ὁργισθῇ ὁ Θεός καί θά ἐπιτρέψῃ νά πέσῃ πάνω στή γῆ φωτιά ἀπό τόν οὐρανό, πού θά προκαλέσῃ τέτοιο πάταγο, πού θά παραλύουν καί θά πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι». Μετά, ὁ Ἐπιφάνιος τόν ξαναρώτησε μέ ἐνδιαφέρον· «Τότε θά εἶναι τό τέλος τοῦ κόσμου;» Καί αὐτός τοῦ ἀπάντησε· «Θά γίνουν πολλά μέχρι νά ἔλθῃ τό τέλος τοῦ κόσμου. Καί καλά καί κακά. Γιά κάποιο χρονικό διάστημα μετά τήν παρανομία, ὅσοι σωθοῦν ἀπό τήν ὁργή τοῦ Θεοῦ θά ζήσουν καλά. Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ὁ εἰδωλολάτρης βασιλιᾶς, τότε θ’ ἀρχίσουν ἄλλα δεινά, ὥστε νά προδίδῃ καί νά ὁδηγῇ στό θάνατο, φίλος τόν φίλο, γείτονας τό γείτονα καί ἀδελφός τόν ἀδελφό. Θ’ ἀκολουθήσουν μεγάλοι σεισμοί καί κατεδαφίσεις πόλεων, γιατί θά ξεσηκωθῇ τό ἕνα ἔθνος κατά τοῦ ἄλλου καί ὁ ἕνας ἄρχοντας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὥστε θά γίνῃ χαλασμός πάνω στή γῆ. Μακάριοι ὅσοι παραμείνουν πιστοί. Θά ἔλθῃ ἐποχή πού οἱ περισσότερες γυναῖκες θά μείνουν χῆρες, λόγῳ τοῦ πολέμου, ὥστε θ’ ἀντιστοιχῇ ἕνας ἄνδρας σέ ἑφτά γυναῖκες. Θά ἔλθῃ ἄλλη ἐποχή πού δέν θά ὑπάρχῃ ἄξιος ἄνδρας καί θά ἀναλάβῃ μία πονηρή γυναῖκα. Θά πέσῃ πάλι τόση ἀσωτία, ὥστε ἀκόμα καί μέσα στίς ἐκκλησίες θά γίνονται μοιχεῖες, αἱμομιξίες, χοροί καί σατανικά τραγούδια, χλευασμοί καί παιχνίδια πού δέν θά ἔχει ξαναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος μέχρι τότε. Τότε, ἡ ὁργή τοῦ Θεοῦ θά πέσῃ πάνω στήν ἀκάθαρτη βασίλισσα καί θ’ ἀπλώσῃ τό τόξο του, πρός τή μεγάλη πόλη καί θά τήν βυθίσῃ μέσα στό ἀχανές πέλαγος τῆς ἀβύσσου».

«Φοβερά πράγματα», φώναξε ὁ Ἐπιφάνιος, βάζοντας τά χέρια στό πρόσωπό του. «Αὐτά δέν εἶναι τίποτε» εἶπε ὁ Ἀνδρέας. «Αὐτά εἶναι μόνο, ἡ ἀρχή τῶν ὁδύνων». «Ὑπάρχουν καί χειρότερα;», ρώτησε μέ τρόμο ὁ Ἐπιφάνιος. «Πολύ χειρότερα» εἶπε ὁ Ἀνδρέας. «Καί μάλιστα, ὅσο πλησιάζει ἡ συντέλεια, τόσο θά γίνονται πιό ὀλέθρια καί πιό καταστροφικά. Τότε, ὅταν θ’ ἀνοίξῃ ὁ Κύριος τίς πύλες τῶν Ἰνδιῶν πού ἔκλεισε ὁ βασιλιᾶς τῶν Μακεδόνων Ἀλέξανδρος. Τότε, θά βγοῦν ἀπ’ ἐκεί ἑβδομήντα δύο βασιλιάδες μέ τό λαό τους, τά λεγόμενα ῥυπαρά (βρώμικα) ἔθνη, πού εἶναι πιό βρώμικα ἀπό κάθε σιχασία καί δυσωδία καί τά ὁποῖα θά διασκορπισθοῦν σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο. Θά τρῶνε ὡμές σάρκες ἀνθρώπων καί θά πίνουν τό αἷμα τους. Θά καταβροχθίζουν ἐπίσης μέ μεγάλη ἡδονή σκυλιά, μύγες καί βατράχους καί κάθε ἀκαθαρσία. Καί ἀλλοίμονο σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, ἀπ’ ὅπου θά πορεύονται· γιατί τίς ἡμέρες ἐκεῖνες, ἄν εἶναι δυνατόν, Κύριε, νά μήν ὑπάρχει Χριστιανός· ἀλλά γνωρίζω ὅτι θά ὑπάρχουν. Τότε οἱ ἡμέρες ἐκεῖνες θά σκοτεινιάσουν, σάν νά θρηνοῦν στόν ἀέρα γιά ὅσα ἀποτροπιαστικά θά διαπράξουν ἐκείνα τά σιχαμερά ἔθνη· ὁ ἥλιος θά γίνῃ σάν αἷμα βλέπων ἐπάνω στή γῆ νά συναγωνίζονται στήν ἀκαθαρσία, ἡ σελήνη καί ὅλα τά στοιχεῖα θά σκοτισθοῦν· γιατί θά φᾶνε ἀκόμα καί τό χῶμα τῆς γῆς καί θά μετατρέψουν σέ οἰκιακές χύτρες τά θυσιαστήρια. Τότε ὅσοι θά κατοικοῦν στήν Ἀσία, ἄς φύγουν στίς κυκλάδες τῶν νήσων· γιατί τά ρυπαρά ἔθνη δέν θά πᾶνε ἐκεῖ, ἀλλά ἄς πενθήσουν γιά ἑξακόσιες ἑξήντα ἡμέρες».

Ὁ Ἐπιφάνιος ἄκουγε σάν ἀποσβολωμένος. Ἔφυγε καί γιά ὧρες σκεφτόταν ὅσα ἄκουσε. Μερικά πράγματα τά καταλάβαινε, μερικά ὄχι. Τί νά εἶναι αὐτά τά βρώμικα ἔθνη; Σκέφτηκε. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός δέν εἶπε ὅτι· «Δέν ὑπάρχει Ἕλληνας ἤ βάρβαρος, δοῦλος ἤ ἐλεύθερος; Τότε γιατί αὐτά τά ἔθνη εἶναι βρωμερά καί ἀνεπιθύμητα στούς ἀνθρώπους;» Καί ἔπεσε σέ μεγάλη ἀμηχανία. Πῆρε τήν Ἁγία Γραφή καί ἄρχισε νά μελετάει μέ προσοχή. Ἤθελε νά ξεκαθαρίσῃ αὐτά πού οἱ ἄνθρωποι λένε καί αὐτά πού ἡ Γραφή ἐννοεῖ. Πράγματι, στό συγκεκριμένο ἐδάφιο ὁ Ἀπόστολος μιλάει γιά τόν νέο, τόν ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο, δηλαδή τό βαπτισμένο Χριστιανό, πού εἶναι πλέον κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι σύμφωνα μέ ἄλλα κριτήρια. Γι’ αὐτόν, τόν καινούργιο ἄνθρωπο, δέν ἰσχύουν ἐνστάσεις καί κριτήρια στό ἄν εἶναι Ἕλληνας ἤ Ἰουδαῖος, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, γιατί γιά ὅλους τούς Χριστιανούς ὑπόδειγμα καί κριτήριο εἶναι ὁ Χριστός καί ὄχι φύλο καί ἐθνότητα. Ἑπομένως μπορεῖ ἕνας Σκύθης Χριστιανός νά εἶναι ἅγιος καί ἕνας ἄλλος μή Χριστιανός νά εἶναι ἀνθρωποφάγος. Ἑπομένως ἡ βρωμιά δέν ἀναφέρεται στόν ἄνθρωπο, ἀλλά στίς πράξεις καί στίς συμπεριφορές του. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια καί ὁ τυπικός Χριστιανός, ἄν δέν τηρεῖ τά τῆς πίστεώς του γίνεται βρωμερός καί σιχαμερός.

Τί νά εἶναι ὅμως «οἱ κυκλάδες τῶν νήσων» διερωτήθη. Καί ἀμέσως σκέφτηκε, πώς προφανῶς θά εἶναι τά νησιά τῶν ἁγιασμάτων τῆς Ἐκκλησίας, τά παρέχοντα στούς πιστούς γαλήνη καί προστασία ἀπό τά ρυπαρά ἔθνη. Πολλά καί φοβερά, εἶναι ὅσα ἀπεκάλυψε αὐτός ὁ θεωρούμενος τρελός Ἀνδρέας στόν Ἐπιφάνιο. Πολλά ἀπό αὐτά ἔγιναν ἤδη. Ἄλλα μόλις τώρα ἄρχισαν νά πραγματοποιοῦνται καί ἄλλα θά γίνουν στό μέλλον. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι δέν τά πιστεύουν... καί ἄν λίγο τά πιστεύσουν καί πάλι νομίζουν ὅτι θά συμβοῦν σέ ἄλλους κόσμους... σέ ἄλλους ἀνθρώπους...