ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΟΣ (ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑ)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Μέ τά φτερά τῆς Μετανοίας καί τῆς Ἐλπίδος
Θά ξεκινήσουμε τήν ὁμιλία μας, λαμβάνοντες τίς εὐχές τόσο τῆς ἀγωνιζομένης, ὅσο καί τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας.
Καί ἐκ μέν τῆς ἀγωνιζομένης, τήν εὐχή ὅλων τῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν καί τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν, εἴτε εἶναι ἐδῶ εἴτε ὄχι.
Ἐκ δέ τῆς θριαμβεύουσας τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί ὅλων τῶν Ἁγίων γιά νά μᾶς ἀγγίξῃ ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί νά περιγράψουμε μέ ταπεινό λόγο τή ζωή καί τά διδάγματα, πού μποροῦν καί πρέπει ν’ ἀντληθοῦν ἀπό τό βίο της.
Ἔχοντας λοιπόν στό μυαλό μας τό περίγραμμα τῶν 4 περιόδων τῆς ζωῆς τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, θά προχωρήσουμε στό πρῶτο θέμα μας, πού εἶναι νά ἐξετάσουμε, τήν τρίτη περίοδο τῆς ζωῆς της, τήν περίοδο τῆς ἀνανήψεως, πού ἔγινε τά πρῶτα 17 χρόνια πού ἔζησε μέσα στήν ἔρημο καί νά δοῦμε πόσο δύσκολο εἶναι, μία πόρνη ν’ ἀλλάξῃ ὁριστικά τρόπο ζωῆς καί νά γίνῃ ἐγκρατής καί ὁσία.
Κάθε λογικός ἄνθρωπος καταλαβαίνει, πώς ἄν τά πάθη φωλιάσουν μέσα μας, μᾶς αἰχμαλωτίζουν σῶμα καί ψυχή καί κυριαρχοῦν πάνω σέ ὅλες τίς λειτουργίες μας. Ἡ λογική ἀλλοιώνεται, ὁ νοῦς σκοτίζεται, ἡ συνείδηση ἀμβλύνεται, κυριαρχεῖ τό παράλογο καί ἡ φθορά βασιλεύει. Εἰδικά ἡ πορνεία θεωρεῖται πηγή θανάτου γιά ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη.
Ἐπίσης φυγαδεύεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, δημιουργεῖται ἀπέχθεια γιά τήν προσευχή, ἀγάπη γιά τόν ἑαυτό, ἀναισθησία, προσκόλληση στόν κόσμο, ἀλλά κάποια στιγμή δημιουργοῦνται καί αἰσθήματα ἀπελπισίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μέ καταπληκτική σαφήνεια ὅρισε τά στάδια τῆς ἁμαρτίας: Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεση, αἰχμαλωσία, πάλη, πάθος.
Ὅλα τά παραπάνω, ἀγαπητοί μου, τά βλέπουμε νά συντρέχουν καί στήν περίπτωση τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἡ ὁποία παραδέχτηκε· «πώς οἱ λογισμοί της, ἦταν σάν φωτιά ἀναμμένη μέσα στήν καρδιά της, πού τήν ἔκαιγαν, τήν ἐρέθιζαν καί τήν ὠθοῦσαν στήν πορνεία». Εἶχε λοιπόν καί ἡ Ὁσία Μαρία, αὐτόν τόν τεράστιο πόλεμο, πού ἔχουμε λίγο - πολύ ὅλοι οἱ ἀτελεῖς ἄνθρωποι. Ὁ πόλεμος αὐτός εἶναι πολύ δύσκολος, ὄχι ὅμως καί ἀνίκητος.
Πῶς ὅμως μπόρεσε ἡ Ὁσία, νά κάνῃ αὐτό πού δύσκολα κάνουν οἱ ἄνθρωποι πού φθάνουν τόσο χαμηλά στήν ἠθική ἐξαθλίωση καί στήν πώρωση; Πῶς ἄρχισε τέλος πάντων καί πῶς ὁλοκληρώθηκε αὐτή ἡ μετάνοια; Αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν γίνεται μόνον ἀπό τόν ἄνθρωπο, οὔτε ὅμως ἀπό τό Θεό χωρίς τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου.
Σύμφωνα μέ τήν Παράδοση, οἱ Πατέρες βλέπουν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τόν καλύτερο καί πιό κατάλληλο γιατρό, γιά νά γιατρέψῃ τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τά πάθη του, νά τό ἀπαλλάξῃ ἀπό τό ἀνίατο καί κακοφορμισμένο τραῦμα του καί νά τό ὁδηγήση στήν ἀρχέγονη ὑγεία. Αὐτό τό κάνει ὁ Χριστός, ἑνώνοντας τούς ἀνθρώπους μαζί του μέσῳ τῶν ἁγίων μυστηρίων του διά τῶν ὁποίων· «γινόμαστε μέλη τοῦ σώματός του» (Ἐφεσ. 5, 30).
Γιά τήν οὐσιαστική θεραπεία ὅμως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Χριστό, βασική προϋπόθεση εἶναι ἡ ἐλεύθερη συμμετοχή μας ἤ ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας· «ἡ συνεργία θείου καί ἀνθρώπινου παράγοντα», γιατί ὁ Θεός πού κατοικεῖ μέσα μας, σέβεται τήν ἐλευθερία μας καί δέν μᾶς πιέζει νά δεχθοῦμε τή χάρη του, χωρίς ἐμεῖς νά θέλουμε καί χωρίς τή θέλησή μας, ὁ Χριστός δέν μᾶς σωφρονίζει.
Ἐάν ὁ τυφλός τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ αἱμορροοῦσα δέν προσήρχοντο στό Χριστό, δέν θά ἰατρεύοντο. Χρειάζεται λοιπόν κάποια θέληση, κάποια προσπάθεια γιά ὑπακοή τόσο στήν πρόσκληση τοῦ γιατροῦ, ὅσο καί στή λήψη τῶν φαρμάκων. Πρώτη προϋπόθεση εἶναι ἡ πίστη-ἐμπιστοσύνη στό γιατρό, ὥστε νά τόν ἀναγνωρίζουμε σάν θεραπευτή καί δεύτερη ἡ σωστή ἐφαρμογή τῆς ἀγωγῆς του.
Μία τέτοια βούληση ἔδειχνε ἡ Ὁσία Μαρία, ὅταν πολεμουμένη ὑπό τῶν λογισμῶν κατά τά 17 χρόνια τῆς μετανοίας της, ἔπεφτε κάτω στή γῆ καί προσευχόταν στήν Παναγία, τή μητέρα τοῦ Χριστοῦ, πού τή θεωροῦσε προστάτιδά της καί· «δέν σηκωνόταν ἀπό ἐκεῖ, προσευχόμενη μέρα καί νύχτα, μέχρι πού νά τήν περιλούσῃ ἐκεῖνο τό γλυκό φῶς καί νά τῆς ἀφαιρέσῃ τούς πονηρούς λογισμούς της».
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ἡ Ὁσία Μαρία, ἤθελε πολύ, πάλευε πολύ, προσευχόταν μερόνυχτα ὁλόκληρα, μέχρι πού ἔβλεπε ἀποτελέσματα.
Ἕνα διαρκές φάρμακο πρώτης τάξεως, πού δίνει τή δυνατότητα τῆς ἐπιστροφῆς στήν ὑγεία καί στή σωτηρία εἶναι ἡ μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐσωτερική διάθεση καί στάση κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τά λάθη του, ζητᾶ συγχώρεση ἀπό τό Θεό, ζητᾶ τή βοήθειά του καί ὑπόσχεται νά προσπαθῇ εἰλικρινά καί μέ τή θέλησή του, νά μήν ξανά ἁμαρτήσῃ.
Ὁ βασικός στόχος τῆς μετανοίας εἶναι ἡ μεταστροφή τοῦ νοῦ καί ἡ διά τῆς αὐτογνωσίας, αὐτοελέγχου καί αὐτοπεριορισμοῦ, ἀπάρνηση τῶν παθῶν καί ἐπιστροφή στήν κατά Θεόν ἐνάρετη ζωή.
Ἡ μνήμη παρελθόντων παραπτωμάτων, βοηθᾶ, στό νά ὑποπτευόμαστε καί νά ἀποφεύγουμε στό παρόν καί στό μέλλον τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη μας. Εἶναι ἡ ἀγαθή συνειδησιακή γνώση πού προφυλάσσει. Εἶναι ἡ ἀέναη προσπάθεια στό νά μήν καθησυχάζουμε ποτέ, ἀλλά νά βιώνῃ ὁ καθένας μας αὐτό πού ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός».
Ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος εἶναι ἀπαραίτητη. Ὅπως λέει καί τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν «ἀκόμη καί ὁ δίκαιος ἁμαρτάνει ἑπτά φορές τήν ἡμέρα», γιά τό λόγο αὐτό μᾶς λένε οἱ Πατέρες νά μετανοοῦμε «τόσο γιά τίς ἐν γνώσει, ὅσο καί γιά τίς ἐν ἀγνοίᾳ ἁμαρτίες μας». Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς λέγει ὅτι «ἐάν ποῦμε ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες, κοροϊδεύουμε τούς ἑαυτούς μας καί δέν λέμε τήν ἀλήθεια» (Α΄ Ἰωάν. 1, 8). Ἐξίσου ἁμαρτωλή ἀντιμετώπιση εἶναι καί ἡ ἀμέλεια.
Στή μνήμη ὅμως τῶν ἁμαρτιῶν μας, παρότι χρήσιμη, ἀφοῦ μᾶς προστατεύει ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, πρέπει νά βάζουμε καί ὅρια. Γιατί, ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἄκριτη περιπόλευση, μποροῦν νά δημιουργήσουν τόσο περίεργες καί νοσηρές καταστάσεις, ὅσο καί ἀπελπισία.
Ἡ μετάνοια λοιπόν εἶναι πάντα καί σέ κάθε περίσταση ἀναγκαία, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ὁδός πού ἐπιτρέπει στόν ἁμαρτωλό νά ἐπανακτᾶ τίς ἀρετές καί ὁλοκληρώνεται μόνον ὅταν μετά ἀπό συνεχῆ καί διαρκῆ μεταστροφή γεννηθῇ τό πένθος, ἡ κατάνυξη καί τά δάκρυα. Ὅταν ὁ Θεός μετά ἀπό πολλές δοκιμασίες καθαρίσῃ τόν ἄνθρωπο καί τόν λευκάνει «ὑπέρ χιόνα», ἀκούγοντας τίς παρακλήσεις του κατά τίς ὁποῖες μέ λαχτάρα φώναζε· «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».
Ἄς δοῦμε ὅμως λίγο πιό ἀναλυτικά καί τή μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας, ὅπως τήν ἀναφέρει τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου. Λέγει λοιπόν ἡ Ὁσία περιγράφοντας τήν ἀδυναμία της νά εἰσέλθῃ στό Ναό·
«Στάθηκα στή γωνιά τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ καί μόλις τότε ἄρχισα νά καταλαβαίνω τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἐμποδιζόμουνα νά δῷ τό ζωοποιό ξύλο. Ἦλθε μπροστά στά μάτια τῆς καρδιᾶς μου λόγος σωτήριος πού μοῦ ἔδειχνε ὅτι αἰτία ἦταν ὁ βόρβορος τῶν ἔργων μου. Ἄρχισα νά κλαίω καί νά ὀδύρομαι, νά χτυπῶ τό στῆθος μου καί νά βγάζω στεναγμούς ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου. Κλαίγοντας, βλέπω πάνω στό κεφάλι μου μία εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τῆς εἶπα· «Παρθένε... βοήθησέ με νά εἰσέλθῳ στήν Ἐκκλησία καί νά δῶ τό Τίμιο ξύλο... καί σοῦ δίνω ὑπόσχεση ὅτι δέν θά ξανά ὑβρίσῳ τή σάρκα μου δι’ αἰσχρᾶς μίξεως, ἀλλά μόλις τό προσκυνήσω, θά φύγῳ ἀπό τόν κόσμο καί θά πάῳ ὅπου ἐσύ σάν ἐγγυητής σωτηρίας μέ ὁδηγήσῃς».
Ἡ παραπάνω σύντομη περιγραφή φανερώνει τή βαθειά, τήν ἀληθινή μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας. Ἀπό τή στιγμή αὐτή, ἡ ζωή της ἄρχισε νά λαμβάνῃ βαθύ νόημα. Ἄρχισε νά χαράζει στό βάθος ἡ προσωπική της Ἀνάσταση. Καί ἡ μεγάλη ἀρετή τῆς μετανοίας, μαζί μέ ἄλλες χρησιμοποιήθηκαν σάν μέσα γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ γυναίκα αὐτή ἀμέσως μόλις αἰσθάνθηκε τήν ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου, ἔλαβε τό πῦρ τῆς πίστεως ἀπό τήν εὐσπλαχνία τῆς Θεοτόκου, καί ἀφοῦ πῆρε θάρρος ἔφυγε ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο καί ὄχι μόνο δέν ἐμποδίστηκε, ἀλλά ὅταν μπῆκε στό Ναό, τήν κατέλαβε φόβος καί ἔκσταση καί ἔτρεμε ὁλόκληρη.
Αὐτή λοιπόν ἡ γυναίκα ἡ «καταθαρρήσασα», ἡ «θέσασα ὡς ἐγγυητήν τῆς σωτηρίας της τήν Θεοτόκον», ἡ «ποιοῦσα δεήσεις» εἶχε μεγάλη θέληση καί ἀκόμη μεγαλύτερη ἐλπίδα νά δῇ τό Τίμιο ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Καί πράγματι καταξιώθηκε νά δῇ ὄχι μόνο τήν ἐξωτερική ὄψη του, ἀλλά νά βιώσῃ καί τήν ἐσωτερική δύναμή του καί νά προετοιμαστῇ κατάλληλα γιά τή ΜΕΓΑΛΗ μετάνοια.
Ἕνα ἄλλο σημεῖο πού δείχνει τή δύναμη πού γεννήθηκε καί θέριεψε μέσα της, ἀπό τή νοερή ἐπικοινωνία της μέ τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἦταν καί ἡ σταθερή ἀπόφασή της νά ἐκτελέση τήν ὑπόσχεσή της. Ἔτσι, βγαίνοντας ἀπό τό Ναό φώναξε· «Δέσποινα, μή ἐγκαταλείπῃς με». Καί ἀμέσως μετά, βγῆκε ἀπό τήν αὐλή τοῦ Ναοῦ καί βάδιζε γρήγορα, πρός ἐκτέλεση τῆς ὑποσχέσεώς της.
Διαβάζοντας κανείς τό βίο τῆς Ὁσίας μέ σπουδή καί προσοχή, μπορεῖ ν’ ἀντλήσῃ μεγάλη ὠφέλεια καί πολλά διδάγματα. Διηγουμένη ἡ Ὁσία, τή φυγή της στήν ἔρημο ἀποκαλύπτει σημαντικά στοιχεῖα τῆς θελήσεως καί τῆς ἐλπίδος πού ἔτρεφε γιά τή σωτηρία της, παρά τήν σκληρή καί βαθειά ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς της. Περιγράφουσα λοιπόν αὐτήν τήν ἐλπίδα λέγει·
«Τήν ἑπομένη βρῆκα πλοιάριο πού μέ ἔφερε στήν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ».
Πέρασε λοιπόν ἡ Ὁσία μέ τή βάρκα, στήν ἀπέναντι ἄκρη τοῦ Ἰορδάνου καί περιγράφουσα ἀργότερα τά γεγονότα στόν Ἅγιο Ζωσιμᾶ εἶπε:
«Καί πάλι, ἐκεῖ ζήτησα ἀπό τήν ὁδηγό μου (ἐννοεῖ τήν Παναγία), νά μέ ὁδηγήσῃ, ὅπου, ἐκείνη νομίζει. Καί ἦλθα σέ αὐτήν τήν ἔρημο καί περιμένω τό Θεό μου, αὐτόν πού διασώζει αὐτούς πού ἐπιστρέφουν, ἀπό ὁλιγοψυχίες καί καταιγίδες».
Εἶναι ὅμως σαφές, ὅτι αὐτή ἡ τεράστια προσπάθεια τῆς Ὁσίας δέν ἦταν οὔτε εὔκολη, οὔτε γρήγορη. Ἡ ἴδια περιγράφει αὐτήν τήν κατάσταση λέγουσα· «Πίστευσε ἀββᾶ μου τίς δυσκολίες πού πέρασα τά 17 πρῶτα χρόνια, πολεμώντας παράλογες καί ἀνήμερες ἐπιθυμίες. Ἐπεθύμησα τά κρέατα καί τά ψάρια πού ἔχει ἡ Αἴγυπτος. Ἐπεθύμησα τήν πόση τοῦ οἴνου πού ἔπινα ὅταν ἤμουν στόν κόσμο. Ἐδῶ, οὔτε νερό δέν χόρτασα. Μέ ἔκαιγε ἡ δίψα καί δέν μποροῦσα νά τήν ὑποφέρω. Θά προσθέσῳ δέ καί τῶν πορνικῶν ἀσμάτων τήν ἐπιθυμία, πού μέ ὠθοῦσε νά τραγουδήσῳ τά δαιμονικά τραγούδια πού ἤξερα. Τότε κτυποῦσα τό στῆθος καί δάκρυζα, ὅταν θυμόμουν τήν ὑπόσχεση πού ἔδωσα στήν Παναγία, φεύγοντας γιά τήν ἔρημο. Καί ἔφερνα τό νοῦ μου στήν εἰκόνα τῆς ἀναδόχου μου καί ὁδηγήτριάς μου καί κλαίγοντας τῆς ζητοῦσα νά διώξῃ τούς λογισμούς μου. Καί τότε ἔβλεπα ἕνα φῶς νά φεγγοβολάει τριγύρω καί μοῦ ἐρχόταν μία σταθερή γαλήνη πού σταμάταγε ἐντελῶς τήν τρικυμία...».
Ἡ ἀνάνηψη αὐτή δέν εἶναι στιγμιαία, ἀλλά ἐξακολουθητική πάλη πού κρατάει τό ἴδιο ἤ καί περισσότερο ἀπό τήν πτώση. Αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό ἀρκετούς παράγοντες μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ τόπος, ὁ τρόπος, ἡ πρόθεση, ἡ θέληση, ἡ μετάνοια, ἡ ἐλπίδα καί ἄλλοι, πού ἀπαιτοῦνται γιά μία ἀποτελεσματική θεραπεία.
Ἡ ἀνάνηψη στό δρόμο γιά τή μεγάλη Μετάνοια, εἶναι τόσο σημαντική, ὥστε διατυπώνεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα. Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι τό κατωτέρῳ τροπάριο πού διαβάζουμε καθημερινά στήν Θ΄ ὥρα, πού προηγεῖται τοῦ Ἑσπερινοῦ· Λέμε συγκεκριμένα· «Ἐν μέσῳ δύο ληστῶν ζυγός δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός σου· τοῦ μέν καταγομένου εἰς Ἅδην τῶν βάρει τῆς βλασφημίας, τοῦ δέ κουφιζομένου πταισμάτων, πρός γνῶσιν θεολογίας, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».
Τί τό σημαντικό λοιπόν μᾶς λέγει τό τροπάριο αὐτό; Μᾶς λέγει, ὅτι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ στάθηκε στή μέση σάν ζυγαριά καί ἔκρινε τόν ἕνα ληστή ὡς ἀνάξιο ἐλέους, λόγῳ τῆς βλασφημίας του, τόν δέ ἄλλον τόν μετανοήσαντα ἀνύψωσε, καί δίδαξε τόν τρόπο τῆς θεολογίας. Ἡ λέξη «κουφιζομένου πταισμάτων» ἑρμηνεύεται, ὡς αὐτοῦ πού τοῦ ξεχάστηκαν καί διαγράφηκαν οἱ ἁμαρτίες, ἀφοῦ στά λεξικά ἡ λέξη κουφίζω σημαίνει αἰσθάνομαι ἀνακούφιση, ἐλαφρύνεται τό βάρος καί σηκώνομαι καί ἀνυψώνομαι.
Ἐνῶ λοιπόν καθημερινά διαβάζουμε τό τροπάριο αὐτό, ἴσως δέν καταλαβαίνουμε τή σπουδαία σημασία του, πού εἶναι ἡ διαπίστωση, ὅτι ἡ μετάνοια καί ἡ ἀνύψωση, αὐτό δηλαδή τό «κούφισμα», εἶναι ἡ γνώση τῆς θεολογίας, πού πηγάζει ἀπό τήν αὐτογνωσία τῆς ἁμαρτωλότητος καί ὄχι ἀπό τά μεγάλα καί παχειά στρογγυλεμένα λόγια. Τοῦ «κουφιζομένου πταισμάτων» λοιπόν ἐπέρχεται γνώση τῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ ἡ θεολογία δέν μπορεῖ νά διαχωρισθῇ ἀπό αὐτήν.
Τό ἴδιο βέβαια συμπέρασμα, ἐξάγεται ἀπό πληθώρα σχετικῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ἁγιολογικῶν κειμένων. Στό Μεγάλο Κανόνα διαβάζουμε «ὁ Χριστός ἐνηθρώπησε καλέσας εἰς μετάνοιαν ληστάς καί πόρνας». Κορυφαῖο παράδειγμα τό ὑπόδειγμα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Δύσκολη περίπτωση ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, πού γνώρισε τή δύναμη τοῦ σταυροῦ διά τῆς ἁγίας Ἰουστίνης. Τό ἴδιο ὁ μάγος Θευδᾶς στίς Ἰνδίες καί ὁ μάγος Λαμπάδιος στήν Καρχηδόνα.
Γιά νά μήν μακρυγορήσουμε θά ἀναφέρομε μόνο τά ὀνόματα τοῦ Ζακχαίου, τοῦ Εὐαγ. Ματθαίου, τοῦ Λογγίνου, τοῦ Μανασσῇ στήν Π. Δ. τῶν προφητῶν Βαλαάμ, Ἰωνᾶ καί Δαυΐδ, τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, τήν Ἁγία Εὐδοκία, τόν Ἅγιο Βονιφάτιο καί τήν Ὁσία Ἀγλαΐα, τόν Ἅγιο Βάρβαρο, τήν Ὁσία Θεοδώρα τή μετονομασθεῖσα Θεόδωρος, τόν Ἅγιο Θεόδωρο τό ζωγράφο, τήν Πανσέμνη τήν πρώην πόρνη, τόν Ὅσιο Ἰάκωβο, τήν Ὁσία Πελαγία τήν πρώην πόρνη, τήν Ἁγία Ταϊσία τήν πρώην πόρνη καί ἀπό τούς νεομάρτυρες τόν Ἅγιο Νικόλαο τό Μετσοβίτη, τόν Ἅγιο Δημήτριο Τριπόλεως, τόν Ἅγιο Νικήτα τό Νισύριο, τόν Ἅγιο Γεδεών Τυρνάβου, τόν Ἅγιο Ἠλία Ἀρδούνης, τόν Ἅγιο Μάρκο ἀπό τή Σμύρνη, ἀλλά καί τό γνωστό μας Ἠλία Παναγουλάκη.
(Ἐδῶ τελειώνει τό πρῶτο μέρος)
ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Μ. ΚΑΝΟΝΑ
Ἐντός τοῦ Μεγάλου Κανόνος ἀναγινώσκονται καί τροπάρια τῆς Ὁσίας Μαρίας. Ἕνα ἀπό αὐτά τά τροπάρια θά ψάλῃ ἡ βυζαντινή μας χορωδία σέ λίγο. Εἶναι τό ἑξῆς· «Ἡ τοῦ Φωτός, τοῦ ἀδύτου Μήτηρ σε», δηλαδή, αὐτή πού εἶναι ἡ μητέρα τοῦ φωτός πού πάντα φωτίζει καί ποτέ δέν δύει, ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, «φωτίσασα σκοτασμοῦ, ἔλυσεν παθὼν», αὐτή σέ ἔλυσε ἀπό τό σκοτάδι καί σέ φώτισε· «ὅθεν εἰσδεδεγμένη, τοῦ Πνεύματος τήν χάριν, φώτισον Μαρία, τούς σέ πιστῶς ἀνευφημοῦντας», δηλαδή, καί ἀφοῦ ἔλαβες τοῦ Πνεύματος τήν χάρη, φώτισε Μαρία καί αὐτούς πού σέ ἐπευφημοῦν.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΠΕΡΙ ΥΨΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Τό δεύτερο θέμα πού θά ἐξετάσουμε, ἀφορᾶ τήν τέταρτη περίοδο τῆς ζωῆς τῆς Ὁσίας Μαρίας, τήν περίοδο τῶν 30 ἐτῶν, ἀπό τά 46 μέχρι τά 76 της περίπου, πού τά ἔζησε, μεταμορφωμένη τόσο στό λογιστικό καί παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς της, ὅσο καί στό τεθεωμένο σῶμα της. Ἡ μεγάλη αὐτή περίοδος ὑπῆρξε ἡ πιό καθαρή, ἡ πιό ἔνδοξη, ἀλλά δέν ἦταν στερημένη κινδύνων.
Ἡ Ὁσία μετά τή σκληρή δοκιμασία της, ἔφθασε σέ μεγάλο ὕψος ἁγιότητος. Ὅταν προσευχόταν ἐπικοινωνοῦσε ζωντανά μέ τό Θεό καί βρισκόταν ἕναν πῆχυ πάνω ἀπό τή γῆ. Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς πού τήν εἶδε, ταράχτηκε καί σκέφτηκε μήπως ἦταν κάποιο πνεῦμα. Αὐτή κατάλαβε τό λογισμό του καί τόν καθησύχασε.
Ἀργότερα, ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς τήν εἶδε νά σφραγίζει τόν Ἰορδάνη ποταμό μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί νά περπατᾶ πάνω στά νερά γιά νά περάσῃ ἀπέναντι. Αὐτή ἡ χάρη πού ἔλαβε ἡ Ὁσία, ἀλλά καί ἡ χάρη πού λαμβάνουν πολλοί ἐνάρετοι καί πολλοί χαρισματοῦχοι ἄνθρωποι δέν τούς ἀφαιροῦν τήν ἐλευθερία νά ἁμαρτήσουν. Ἔτσι, ὁ πιό συνηθισμένος κίνδυνος αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ οἴηση ἤ ὅπως ἀλλιῶς λέγεται ἡ ὑπερηφάνεια.
Μά θά πῆ κάποιος μπορεῖ ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καί εἰδικά μία γυναίκα πού ἀξιώθηκε νά ὁδηγηθῇ ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἁγιότητα, μπορεῖ νά ὑπερηφανευτῇ; Δέν βλέπει τί ἦταν καί πού ὁδηγήθηκε; Ἔτσι ὅμως ὁδηγούμαστε στή λανθασμένη θέση ὅτι δῆθεν ὁ ἐνάρετος, ὁ δίκαιος καί ὁ ἅγιος δέν κινδυνεύουν ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. Μά αὐτή ἀκριβῶς ἀγαπητοί μου εἶναι ἡ παγίδα τοῦ Διαβόλου.
Γιά νά καταλάβουμε τόν κίνδυνο τῆς ὑπερηφάνειας, ἄς θυμηθοῦμε, τόν ἅγιο Ἀντώνιο πού ἀνεβαίνοντας στόν οὐρανό τοῦ λέγει ὁ Διάβολος «Τώρα, Ἀντώνιε σώθηκες» καί αὐτός εἶπε· «Ὄχι ἀκόμη» γιά νά περάσῃ καί τό τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς ὑπερηφανείας.
Γιά νά καταλάβουμε τά ἀποτελέσματα, ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἑωσφόρο τόν πρώην Ἀρχάγγελο τοῦ φωτός, πού κατακρημνίστηκε ἀπό τόν Οὐρανό, στόν Ἅδη τῆς ἀβύσσου, γιατί σκέφτηκε ν’ ἀνεβῇ πάνω ἀπό τά σύννεφα καί νά γίνῃ ἴσος μέ τόν ὕψιστο.
Καί ἀπό τό βίο τῆς Ὁσίας, ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἅγιο Ζωσιμᾶ, καί τούς λογισμούς του, πού τοῦ ἔλεγαν· «Ἄραγε ὑπάρχει στή γῆ κανένας μοναχός πού μπορεῖ νά μέ ὠφελήσῃ» καί πού τοῦ ἀποδείχθηκε ὅτι ὄχι μονάχα ὑπάρχει, ἀλλά γονάτισε κάτω καί ἔκλαιγε γιά ὧρες παρακαλώντας τήν Ὁσία Μαρία νά τόν εὐλογήσῃ, ὅταν κατάλαβε τό λάθος του.
Εἶναι τό μεγαλύτερο πάθος πού ἀμαυρώνει ὅλες τίς ἀρετές καί ἀπογυμνώνει ἐντελῶς τόν ἄνθρωπο ἀπό κάθε πνευματική καρποφορία.
Ἡ Ὁσία Μαρία, ἀγωνίστηκε σκληρά, ἀγαπητοί μου, γιά 17 χρόνια, μέχρι νά ἀποτινάξῃ τούς λογισμούς τῆς κάθε εἴδους ἁμαρτίας. Ἀγωνίστηκε ὅμως, πολύ καί γιά 30 χρόνια ἀκόμη, γιά νά μήν ὑποκύψῃ σέ κανενός εἴδους ὑπερηφάνεια.
Ἡ Ὁσία καί ὅλοι οἱ ὅσιοι πού ζοῦν παρόμοιες καταστάσεις δέν εἶναι ἀφελεῖς ὥστε νά μήν ἔχουν γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Καταλάβαινε τή διαφορά τῆς ζωῆς της, πρίν καί μετά. Αἰσθανόταν καί βίωνε τήν πνευματική της ἄνοδο. Πρόσεχε ὅμως γιά νά μήν πέσῃ στήν ἁμαρτία τῆς ὑπερηφάνειας.
Αὐτή ἡ προσοχή δέν εἶναι ὑπερβολική, ἀλλά ἀναγκαία. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι στατική, ἀλλά δυναμική. Δέν εἶναι μιά καί ἔξω κατορθωτή, ἀλλά ἀρχίζει μέ τήν ἀλλαγή τοῦ νοῦ καί τελειώνει μέ τό θάνατο. Μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθάνει ἐν μετανοία, μόνο τότε ἔχει ὁλοκληρώσει τή μετάνοια. Οἱ περισσότεροι πνευματικοί συμβουλεύουν τήν συνεχῆ προσευχή. Καί ἄν τούς ρωτήσῃς γιατί, ἀπαντοῦν· «Μά, γιά ν’ ὁλοκληρώσουμε τή μετάνοιά μας». Μόνο μέ τή συνεχῆ προσευχή, προσοχή καί ταπείνωση ἐπιτυγχάνεται σταδιακά ἡ μετάνοια.
Γιά τούς παραπάνω λόγους, βλέπουμε τήν Ὁσία Μαρία, νά μήν θέλῃ νά εὐλογήσῃ τόν Ἅγιο Ζωσιμᾶ. Νά κάθεται γονατιστή πολλή ὥρα γιά νά λάβη τήν εὐχή του καί νά τοῦ λέει· «Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, σέ σένα ἁρμόζει νά μέ εὐλογήσῃς καί νά εὐχηθῇς. Ἐσύ κατέχεις τήν τιμή τοῦ Πρεσβυτέρου, σύ ἐδῶ καί πολλά χρόνια ὑπηρετῆς στό ἅγιο θυσιαστήριο καί γίνεσαι μυσταγωγός τῶν τιμίων δώρων».
Ἡ ἀπάντηση αὐτή, σωστή καί προσεκτική κρύβει ἀλήθεια ἀλλά καί ταπείνωση. Γνώση καί προσοχή ἀπό τήν παγίδα τοῦ Διαβόλου. Καί ὁ ἅγιος Ζωσιμᾶς φωτισμένος ἀπό τήν καλή του πρόθεση καί ἀπό ὅτι, ὁ Θεός τοῦ ἀπεκάλυπτε, τῆς εἶπε:
«Ὦ μητέρα πνευματική, ἐσύ πού ἐγκατέλειψες καί νέκρωσες τό περισσότερο μέρος τοῦ κόσμου, μοῦ εἶναι φανερό τό δοθέν σέ σένα χάρισμα, πού μέ κάλεσες μέ τό ὄνομά μου, ἐσύ εὐλόγησέ με».
Ὅσο λοιπόν καί ἄν ἔκρυβε τά χαρίσματά της ἡ Ὁσία, ἦταν φανερά. Καί ἀναγκάστηκε νά τόν εὐλογήσῃ λέγοντας· «Εὐλογητός ὁ Θεός, ὁ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καί ψυχῶν κηδόμενος».
Καί βλέπουμε τό παράδοξο, μία γυναίκα νά εὐλογεῖ ἕναν Ἱερέα.
Αὐτά εἶναι τά μεγάλα καί ἐξαίσια τῆς πίστεώς μας. Μεγάλη τιμή καί μεγάλο ἀξίωμα ἡ Ἱεροσύνη. Ἀλλά μεγαλύτερη ἡ ἁγιότητα. Μπροστά στήν ἁγιότητα τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, σκύβουν τό κεφάλι ὅλοι οἱ ἄρχοντες καί ὅλα τά ἀξιώματα.
Ἡ Ὁσία Μαρία λοιπόν ἀγωνίστηκε τό ἴδιο σκληρά καί ἀκόμη σκληρότερα τά χρόνια αὐτά, ὅσο καί τά προηγούμενα χρόνια τῶν πειρασμῶν. Δέν σταμάτησε ποτέ νά προσεύχεται, νά ταπεινώνεται, νά θυμᾶται τήν πτώση της, ἀλλά καί νά αὐξάνει συνεχῶς τήν πίστη της.
Ὅταν κάποτε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τήν εἶδε προσευχόμενη νά ἵπταται στόν ἀέρα καί νόμισε ὅτι ἦταν δαιμονικό πνεῦμα τοῦ εἶπε· «ἄν καί εἶμαι γυναῖκα ἁμαρτωλή, εἶμαι τειχισμένη μέ τό ἅγιο βάπτισμα». Ὅπως τό τεῖχος ἑνός κάστρου προφυλάσσει αὐτούς πού ζοῦν μέσα του, ἔτσι καί τό ἅγιο βάπτισμα προστατεύει αὐτούς πού τό ἔλαβαν καί συνεχιζουν νά τό τιμοῦν. Πόσοι άπό ἐμᾶς τούς σημερινούς χριστιανούς, ἀγαπητοί μου, θεωροῦμε τό βάπτισμα τείχισμα; Πόσοι συνειδητοποιημένοι αἰσθανόμαστε τή μεγάλη προφύλαξη καί προστασία πού μᾶς παρέχουν τά ἱερά μυστήρια πού σάν κάστρα ἄπαρτα συνεργοῦν στή σωτηρία μας;
Ἔτσι ὁ βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας εἶναι πραγματικός, ἀλλά καί διαχρονικά ὠφέλιμος, ἀφοῦ μεταξύ τῶν ἄλλων διδάσκει τόσο θέματα καί παραδείγματα γιά ἀποφυγή τῆς ἁμαρτίας, ὅσο καί ἄλλα θέματα γιά μίμηση τῆς μετανοίας καί τῆς ἐλπίδος πού δίνουν φτερά στόν πεσόντα ἄνθρωπο καί πού τόν ὁδηγοῦν στόν Χριστό καί δι’ αὐτοῦ στή σωτηρία.
Σήμερα, περισσότερο ἴσως ἀπό ἄλλες ἐποχές, τά διδάγματα ἀπό τό βίο τῆς Ὁσίας εἶναι πολύ χρήσιμα. Σήμερα, πού ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἔχει παρεξηγηθῇ καί ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἀδιάφορα ἤ κάνοντας ὅ,τι θέλει, ἤ ζώντας στό κενό, τή μοναξιά, τήν ἀπόγνωση καί τή συνεχῆ στεναχώρια, σήμερα ἡ γενναία Ὁσία Μαρία, διδάσκει, ἐμπνέει καί συνδράμει στοργικά στή μεταστροφή ὅλων μας.
Ἄς μήν φοβόμαστε τίς λέξεις, ἀλλά τίς κρυφές καί φανερές ἀσύδοτες ἀνειρήνευτες πράξεις. Ναί, καί οἱ πόρνες μποροῦν ἄν θέλουν νά γίνουν ὁσίες.
Σέ αὐτό δέν μπορεῖ ν’ ἀμφιβάλλει κανείς. Γιατί ὅποιος ἀμφιβάλλει καί πηγαίνει νά κοινωνήσῃ λέει ψέματα, διαβάζοντας τή Θεία Μετάληψη στήν ὁποία ὁ καθένας μας κληρικός ἤ λαϊκός παρακαλεῖ τό Χριστό λέγοντας· «Δέξε λοιπόν καί μένα, φιλάνθρωπε Χριστέ, σάν τήν Πόρνην, σάν τόν Ληστή, σάν τόν Τελώνη καί σάν τόν Ἄσωτο».
Μερικοί ἴσως σκεφθοῦν ὅτι αὐτά εἶναι σχῆμα λόγου. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι. Ὁ Χριστιανός βεβαιώνει τό Χριστό ὅτι πιστεύει αὐτά πού λέει· «Πιστεύω, λέγει, ὅτι αὐτό θά κάνῃς καί σέ μένα· Γιατί, οὔτε τήν Πόρνη, πού μέ δάκρυα ἔπεσε στά πόδια σου ἀπέφυγες, οὔτε τόν Τελώνη πού μετανόησε ἔβγαλες ἔξω, οὔτε τό ληστή πού ζήτησε τή βασιλεία σου ἔδιωξες, οὔτε τό Διώκτη πού μετανόησε ἐγκατέλιψες· ἀλλά ὅλους ὅσους ἦλθαν κοντά σου μετανοημένοι, τούς κατέταξες στούς φίλους σου».
Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι ὁ Χριστός κατατάσσει ὅλους τούς ἁμαρτωλούς στούς φίλους του, δηλαδή στούς ἁγίους μέ μία προϋπόθεση. Νά βρίσκονται πάντοτε σέ μία κατάσταση μετανοίας καί νά μήν θεωροῦν ποτέ τούς ἑαυτούς τους δικαιωμένους ἀπό τίς πράξεις τους. Ποτέ καί κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φθάσῃ στήν τελειότητα. Πάντα κάτι θά τοῦ λείπει. Γι’ αὐτό πρέπει νά αἰσθάνεται καί νά βιώνῃ μία ἀέναη μετάνοια ἀναμεμιγμένη μέ βαθύ πνεῦμα ταπεινώσεως.
Ἄν ἀσχοληθῇ κάποιος ἀκόμη περισσότερο, διαβάζοντας τά κείμενα πού ἔχουν γραφεῖ καί σχετίζονται μέ τήν Ὁσία Μαρία θά βρῇ καί ἄλλα ἐνδιαφέροντα θέματα.
Ἕνα τέτοιο θέμα, πού σχετίζεται μέ τήν εἰκονογράφιση τῆς μορφῆς τῆς Ὁσίας περιγράφει ἕνας μεγάλος σύγχρονος ἱστορικός, ὁ Σπυρίδων Λάμπρος, γύρω στά 1900 μ.Χ. στό περιοδικό «ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ».
Ἄς δοῦμε λοιπόν αὐτό τό θέμα συνοπτικά βλέποντες καί δύο σχετικές εἰκόνες τῆς Ὁσίας στίς σελίδες 15 καί 23, πού εἶναι ὅπως περιγράφονται ἀνωτέρω, νά φαίνονται δηλαδή, ἀπό τήν πολλή ἄσκηση-ἀσιτία τά κόκκαλα της....
Ἀσχολούμενος ὁ Λάμπρου μέ τήν εὕρεση ἱστορικῶν χειρογράφων, ἀνακάλυψε σχετικούς στίχους τοῦ Μητρ. Ἀθηνῶν Μιχαήλ Ἀκομινάτου, πού μοιάζουν μέ ἄλλους στίχους τοῦ Μανουήλ Φιλῆ, ἀλλά καί μέ παρόμοιους τοῦ Εὐθυμίου Τορνίκη.
Γιά νά καταλάβουμε ὅμως τό σκεπτικό τῶν στίχων αὐτῶν ἀρκεῖ νά διαβάσουμε μόνον ἑνός τῶν παραπάνω ποιητῶν τούς στίχους. Καί παίρνουμε σάν παράδειγμα τούς στίχους τοῦ Εὐθυμίου Τορνίκη πού γράφει:
«Χρώμασιν λεπτοῖς εἰ δυνατόν ζωγράφε, σκιάν μόνον σκίαζε τήν Αἰγυπτίαν·», δηλαδή μέ ὅσο τό δυνατόν πιό ἀπαλά χρώματα ζωγράφε, ζωγράφιζε τήν Αἰγυπτίαν. «Ὁρῶ γάρ ἄρτι καί σκιάν κρατουμένην», γιατί ἀκόμη καί τώρα τήν βλέπω νά κρατιέται σάν σκιά. «Εἰ δέ ἐλκύει τέχνη σε πρός τήν εἰκόνα, πρόσχες τό λοιπόν·» Ἐάν σέ προσελκύει ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας, πρόσεξε καλά· «ἀκριβῶς μόνον τύπου ὀστοῦν πρός ὀστοῦν ὑμένα πρός ὑμένα» ἀλλά μέ ἀκρίβεια μόνο νά ἐμφανίσῃς ἕνα-ἕνα τά ὀστά καί τούς ἰστούς «σαρκός δέ παχύτητα μηδαμῶς γράφε μή ψευδογραφῶν τῆς ἀληθείας πέσης» καί νά μήν ζωγραφίσῃς καθόλου πάχος καί παχύτητα, γιά νά μήν πέσῃς σέ παραχάραξη τῆς ἀληθείας.

Ἕνα ἄλλο θέμα ἔχει νά κάνει μέ τή λανθασμένη ἐντύπωση, πού ἔχουν μερικοί, ὅτι πρέπει κανείς ν’ ἁμαρτήσῃ πολύ γιά νά μετανιώσῃ πολύ ἤ ὅτι μπορεῖ ὁ καθένας νά προγραμματίσῃ τή μετάνοιά του, δηλαδή νά διαλέξῃ πότε καί πόσο θά ζήσῃ στήν ἁμαρτία καί πότε θά ἀποφασίσῃ νά μετανιώσῃ. Ἀλλά ὅπως λέγει καί ἡ περίφημη ἀρχαία φράση· «ἄλλαι μέν βουλαί ἀνθρώπων, ἄλλα δέ Θεός κελεύει», δηλαδή, ἄλλα τά σχέδια τῶν ἀνθρώπων καί ἄλλες οἰ προσταγές τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ μᾶς λέγει ἐπί αὐτοῦ, πώς· «Ὅποιος πέφτει στήν ἁμαρτία γιά δεύτερη φορά, μέ τήν ἐλπίδα τῆς κατοπινῆς μετάνοιας, αὐτός πορεύεται μέ πανουργία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τόν ἄνθρωπο αὐτό τόν βρίσκει ἀπροσδόκητα ὁ θάνατος. Κι’ ἔτσι δέν φτάνει στόν καιρό, πού σύμφωνα μέ τήν ἐλπίδα του, θα μετανοοῦσε». Ἐξ ἄλλου ἡ ἁμαρτία καί εἰδικά ἡ πορνεία δέν προγραμματίζεται στό χρόνο καί δέν ζυγίζεται κατά τό δοκοῦν.
Ἡ πορνεία εἶναι φοβερή καί καταστροφική, μᾶς λένε οἱ Γέροντες στόν Εὐεργετινό, πιό χειρότερη ἀπό δαγκώματα τῶν φιδιῶν. Καί ὅπως μία μικρή ποσότητα ἀψιθιᾶς, λόγῳ τῆς πικρότητάς της, ἀχρηστεύει ὁλόκληρο δοχεῖο μελιοῦ, ἔτσι καί ἡ σωματική αὐτή ἁμαρτία καταφλέγει καί ἀποσπᾶ ἀπό τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί παραπέμπει στή γέενα τοῦ πυρός. Ὅπως δέ ὁ χοῖρος εὐχαριστιέται μέ τό νά κυλιέται στή βρωμιά, ἔτσι καί οἱ δαίμονες ἀπό τή δυσωδία τῆς πορνείας. Ἀντίθετα ἡ ἁγνεία εὐχαριστεῖ τό Πανάγιο Πνεῦμα, κατοικεῖ στόν ἄνθρωπο, τόν φωτίζει καί τοῦ δίνει μεγάλη χαρά, εἰρήνη καί ὑπομονή.
Πολύ ἐνδιαφέροντα καί συμπυκνωμένα νοήματα δίνει τό θαυμάσιο Κοντάκιο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, τό ὁποῖο λέγει:
«Τῆς ἁμαρτίας τήν ἀχλύν ἐκφυγοῦσα», δηλαδή ἐσύ πού ἀπέφυγες τή θολούρα τῆς ἁμαρτίας «τῆς μετανοίας τῷ φωτί αὐγασθεῖσα», καί φωτίστηκες ἀπό τό φῶς τῆς μετανοίας «τήν σήν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ», καί ἀφιέρωσες ἔνδοξε τήν ψυχή σου στό Θεό «τούτου τήν πανάμωμον καί ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον προσενέγκασα». καί πού πῆρες ὡς πρέσβη σου τήν Παναμώμητη μητέρα τοῦ Θεοῦ. « Ὅθεν καί τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχήν. Καί σύν Ἀγγέλοις ἀεί ἐπαγγέλλεσαι» Γιά τοῦτο καί συγχώρηση βρῆκες τῶν πταισμάτων σου καί πάντοτε συναγάλλεσαι μαζί μέ τούς Ἀγγέλους.