Περί Προσευχῆς καί Ἀκολουθιῶν

Εἰσαγωγικά περί Προσευχῶν-Ἀκολουθιῶν:

Κάθε κληρικός ἤ λαϊκός Χριστιανός, ὀφείλει νά προσεύχεται πάντοτε κατά τό ὑπό τοῦ Κυρίου λεγόμενον, «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε...» (Μάρκ. ιδ’ 38). Πρός καλυτέραν κατανόησιν τῶν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας καθορισμένων Προσευχῶν καί Ἀκολουθιῶν, γράφτηκε τό παρόν κείμενο γιά νά γνωρίζουμε «τί εἶναι ἡ κάθε Ἀκολουθία» ποῦ καί πότε πραγματοποιεῖται καί ὁρισμένες ἄλλες χρήσιμες γνώσεις, πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ καί ἁγιασμό τῶν πιστῶν. Περιλαμβάνει ἀναφορές στίς παρακάτω Ἀκολουθίες:
Θεία Λειτουργία, Ἑσπερινό, Μεσονυκτικό, Ὄρθρο, Ὧρες (α΄γ΄, στ΄καί θ΄), Ἀπόδειπνο, Λιτή, Ἀρτοκλασία καί Παρακλητικό Κανόνα.

Ἡ Θεία Λειτουργία:

Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ κέντρο τῆς λατρείας. Μέσα σ᾿ αὐτὴν ὁ Χριστὸς ξαναγεννιέται, σταυρώνεται καί προσφέρεται σὲ ὅλους καὶ γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά.
Σημαντική εἶναι ἡ διαδικασία τῆς «Ἀκολουθίας τῆς Προθέσεως» πού γίνεται πρὶν τὴ Θεία Λειτουργία. Σὲ αὐτὴν ὁ ἱερεὺς μνημονεύει ὀνομαστικὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, σχηματίζοντας συμβολικὰ πάνω στὸ δισκάριο τὴ σύναξη τῆς ἐκκλησίας. Στὸ κέντρο τοποθετεῖται ὁ «Ἀμνός», πού συμβολίζει τὸ Χριστό. Γύρω ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ τοποθετοῦνται ἄλλα μικρότερα τμήματα τῆς προσφορᾶς, ποὺ συμβολίζουν τὴν Παναγία, τοὺς Ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, τὸν Ἐπίσκοπο, τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ἐνορίας, ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους. Ἔτσι ὅλοι οἱ χριστιανοὶ εἶναι συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό· αὐτὸ σημαίνει ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Ἡ Θεία Λειτουργία ξεκινᾶ μέ τή φράση· «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ὑιοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», πού εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς συνάξεως, δηλαδή, νὰ συναντηθοῦμε μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ζήσουμε στὴ Βασιλεία του. Οἱ Χριστιανοὶ λέγοντες «Ἀμήν», δηλώνουν ὅτι συμφωνοῦν μὲ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ ἱερέα. Μετὰ σειρὰ ἔχει ἡ μεγάλη προσευχὴ (Μεγάλη Συναπτή) ποὺ περιλαμβάνει ὅλες τὶς μέριμνες τῶν πιστῶν: ἀρρώστους, ξενιτεμένους, φίλους, φυλακισμένους, ἐχθρούς, εἰρήνη, καλοκαιρία κλπ. Τὸ βασικὸ αἴτημά της εἶναι ἡ «εἰρήνη» γι᾿ αὐτὸ ἡ σειρὰ αὐτὴ τῶν αἰτημάτων λέγεται «εἰρηνικά». Ὕστερα ψάλλονται χαρούμενοι ὕμνοι πού λέγονται «ἀντίφωνα», διότι ψάλλονται ἀντιφωνικὰ ἀπὸ τοὺς χοροὺς τῷ ψαλτῶν. Καί τά καθιερωμένα κατά περίπτωση ἀπολυτίκια.

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας λέγεται «Λειτουργία τοῦ Λόγου», διότι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοὺς Θεοῦ ἔρχεται ἀνάμεσά μας κι ἐμεῖς μαζί του μπαίνουμε στὴ βασιλεία του. Ὅταν ψάλλεται τὸ τρίτο ἀντίφωνο ὁ ἱερέας βγαίνει ἀπὸ τὴν βόρεια πύλη κρατώντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ προχωρεῖ στὸν Κυρίως Ναό. Ἡ πομπὴ αὐτὴ λέγεται Μικρὴ Εἴσοδος καὶ συμβολίζει τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας. Ἡ ἀναμμένη λαμπάδα εἶναι ὁ Χριστός, τὸ φῶς τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς ποὺ ἔρχεται στὸν σκοτεινὸ κόσμο μας. Τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποκαλύφθηκε διὰ τοῦ Χριστοῦ καί περιέχει τὴ διδασκαλία καὶ τὸ ἔργο του. Ἑπομένως τὸ ἱερὸ βιβλίο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἱερέας λέει· «Σοφία. Ὀρθοί». Δηλαδὴ σταθεῖτε μὲ σύνεση καὶ σοφία, διότι ἀνάμεσά μας βρίσκεται ὁ Χριστός. Ἀμέσως μετὰ ψάλλεται ὁ ὕμνος· «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ...» Ὁ ἱερέας μπαίνει στὸ ἱερὸ καὶ προσκυνᾶ στὴν Ἁγία Τράπεζα –στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσκύνησή του καὶ ἡ δική μας συμβολίζει τὴν εἴσοδό μας στὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσέγγισή μας στὸ θρόνο Του.

Ὕστερα ψάλλεται ὁ Τρισάγιος ὕμνος. Ψάλλοντας τὸν Τρισάγιο Ὕμνο μοιάζουμε μὲ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ στέκονται γύρω ἀπ᾿ τὸν θρόνο του, σύμφωνα μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Ἡσαΐα. Κατόπιν ὁ ἱερέας ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη συμβολίζοντας τὸ Χριστὸ ποὺ δίνει σὲ ὅλους εἰρήνη, λέγει: «Εἰρήνη πᾶσι». Μετὰ τὴν εὐλογία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἀρχίζουν τὰ ἀναγνώσματα· δηλαδὴ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή. Αὐτὰ εἶναι κομμάτια παρμένα ἀπὸ τὶς Ἐπιστολὲς ἡ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ ἀπὸ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια. Οἱ περικοπὲς τῶν Εὐαγγελίων, εἶναι κατανεμημένες, ὥστε νὰ ἀναγνωσθοῦν ὅλα τὰ εὐαγγέλια κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους. Τὸ «Ἀλληλούϊα» ποὺ ψάλλεται πρὶν τὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἑβραϊκὴ φράση ποὺ σημαίνει «Αἰνεῖτε τὸν Θεόν», καὶ ψάλλεται σὲ περιπτώσεις παρουσίας τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ στὸ εὐαγγέλιό μας μιλᾶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γι᾿ αὐτὸ προηγουμένως λέμε «Ἀλληλούϊα». Ἐδῶ τελειώνει τὸ πρῶτο μέρος τῆς Λειτουργίας, ἡ «Λειτουργία τοῦ Λόγου» ἡ «Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων».

Στὴ συνέχεια, στὴ «Λειτουργία τῶν Πιστῶν», προσφέρουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν προσφορὰ καὶ δῶρο ἀγάπης καὶ εὐχαριστίας στὸ Θεό, γιὰ ὅ,τι ἐκεῖνος μας χάρισε. Γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας προσφέρουμε ἄρτο καὶ οἶνο.Στὴν παρασκευὴ τοῦ ἄρτου συμβαίνει μία μεταβολή: ἡ ζύμη μεταμορφώνει τὸ ἀλεύρι σὲ ψωμί. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν οἶνο. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ἡ τροφὴ ποὺ προσλαμβάνεται ἀπ᾿ τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ ἀφομοιώνεται καὶ μεταβάλλεται σὲ σάρκα καὶ αἷμα. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ζεῖ. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἡ τροφὴ συμβολίζει τὴ ζωή μας. Στὴ Θεία Λειτουργία γίνεται ἄλλη μιὰ θαυμαστὴ μεταβολὴ· τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ μεταβάλλονται καὶ γίνονται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ «τροφή» χαρίζει στὸν ἄνθρωπο αἰώνια ζωή. Γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δώρων μας στὸ θεὸ προετοιμαζόμαστε μὲ τρεῖς εἰδικὲς προσευχές· παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ τοῦ προσφέρουμε τὶς εὐχαριστίες μας, νὰ καθαρίσει τὶς ψυχές μας ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, ὁμολογοῦμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ ζητοῦμε συγχώρηση.

Ἐνῶ ὁ ἱερέας θυμιάζει στὴν Ἁγία Τράπεζα τὰ «Τίμια Δῶρα» ψάλλεται ὁ «Χερουβικὸς Ὕμνος»: Σέ αὐτὸν ζητᾶμε τὴ δύναμη ν᾿ ἀπομακρύνουμε κάθε μέριμνα τῆς καθημερινότητάς μας, ὥστε νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν «Βασιλέα τῶν ὅλων». Ἐπειτα ὁ ἱερέας παίρνει τὰ Τίμια Δῶρα ἀπὸ τὴν Πρόθεση καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν Βόρεια πύλη στὸν Κυρίως Ναό. Προπορεύονται συνήθως παιδιὰ ποὺ κρατοῦν σταυρό, ἑξαπτέρυγα, λαμπάδα καὶ θυμιατό. Καθὼς αὐτὴ ἡ πομπὴ προχωρεῖ διὰ μέσου τοῦ Ναοῦ ὁ ἱερέας προσεύχεται καὶ παρακαλεῖ τοῦ Θεὸ νὰ θυμηθεῖ ὅλους στὴ Βασιλεία του. Αὐτὴ εἶναι ἡ «Μεγάλη Εἴσοδος»: Εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ πορεύεται πρὸς τὸ Γολγοθᾶ νὰ θυσιαστῇ. Στὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ λέγεται καὶ «Ἅγια» καὶ ξεχωρίζει ἀπὸ τὴν «Μικρὴ Εἴσοδο». Εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ ἱερὲς στιγμὲς τῆς Θείας Λειτουργίας.

Γιὰ νὰ προσφέρουμε τὰ δῶρα μας στὸ Θεὸ ὑπάρχουν δυὸ προϋποθέσεις: νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας στὸ Θεὸ καὶ νὰ ὁμολογήσουμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ· «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἀνταλάσσεται τὸ «φιλὶ τῆς εἰρήνης». Σήμερα φαίνεται νὰ γίνεται μεταξὺ τῶν ἱερέων ποὺ λειτουργοῦν. Τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια ἀντάλλασσαν μεταξὺ τοὺς ὅλοι οἱ πιστοί. Ἔτσι συμφιλιωμένοι ὁμολογοῦσαν τὴν πίστη τους· «Πιστεύω εἰς ἕναν Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα...». Πρὶν ἀναγνωσθεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁ ἱερέας λέγει: «τᾶς θύρας, τᾶς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν»· παλαιότερα, τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἔπρεπε νὰ κλείσουν τὶς θύρες τοῦ Ναοῦ, γιὰ νὰ μὴν παραμείνουν μέσα οἱ ἀβάπτιστοι. Τώρα πιά, μπορεῖ ν᾿ ἀρχίσει ἡ διαδικασία τῆς προσφορᾶς τῶν δώρων μας στὸ Θεὸ ποὺ λέγεται «Ἀναφορά». Γιὰ ν᾿ ἀξιωθοῦν οἱ πιστοὶ νὰ κάνουν τὴν ὡραία αὐτὴ προσφορὰ τοὺς στὸ Θεό, ὁ ἱερέας τοὺς μεταδίδει μιὰ τριπλὴ εὐλογία· «ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ἡμῶν».

Ἡ τελετὴ τῆς «ἀναφορᾶς» φτάνει στὸ κορυφαῖο σημεῖο της: ἐμεῖς προσφέρουμε τὰ δῶρα μας. Ὁ Θεὸς τὰ δέχεται καὶ μᾶς τὰ ἀντιπροσφέρει, μεταβάλλοντας τὰ σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Ἀφότου εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς προσφορές του, θυμόμαστε τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ὅπου ὁ Χριστὸς κάλεσε γιὰ πρώτη φορὰ τοὺς μαθητές του νὰ κοινωνήσουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του. Ὁ ἱερέας ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια καὶ τὶς κινήσεις του, ὑψώνει τὰ Δῶρα στὸ Θεὸ καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, νὰ τὰ μεταβάλλει σὲ οὐράνια τροφή. Εἶναι ἡ κορυφαία στιγμὴ τοῦ Μυστηρίου. Οἱ πιστοὶ γονατιστοὶ ψάλλουν· «Σὲ ὑμνοῦμεν, Σὲ εὐλογοῦμεν, Σοὶ εὐχαριστοῦμεν Κύριε καὶ δεόμεθά Σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν». Ἡ προσφορά μας πιὰ ἔγινε δεκτή. Ὁ Χριστὸς τώρα μᾶς καλεῖ νὰ συμμετέχουμε στὸ μυστικὸ δεῖπνο του. Εἶναι «ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφερόμενος» καὶ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ ἡ οὐράνια τροφή. Ἡ συμμετοχή μας στὸ τραπέζι αὐτὸ ἀρχίζει μὲ τὴν «Κυριακὴ προσευχή», μὲ τὴν ὁποία ἐκφράζουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὸν Θεὸ Πατέρα: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου...».

Ἀργότερα, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Οἱ πιστοὶ μὲ βαθειὰ εὐλάβεια πλησιάζουν καὶ μεταλαμβάνουν πραγματικὰ -κι ὄχι συμβολικὰ– Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Πρὶν φύγουμε ἀπὸ τὸ Ναὸ ψάλλουμε χαρούμενοι· «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον...» λάβαμε μέρος στὴν ἀγάπη καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Καθὼς φεύγουμε ἀπὸ τὸ Ναὸ παίρνουμε μαζί μας εὐλογία, εἰρήνη, δύναμη. Ἐπιστρέφουμε στὴν καθημερινότητά μας ἀνανεωμένοι. Πρέπει νὰ μεταφέρουμε καὶ σὲ ἄλλους τὶς ἐμπειρίες μας. Ἐπιστρέφουμε ὄχι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ καινούργιοι, καλύτεροι, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.


Οἱ ἑπτά Ἀκολουθίες τοῦ 24/ώρου

Ὅλες οἱ προσευχές ἐξελίχθηκαν σταδιακά, διαμορφώθηκαν ὑπό ἁγίων ἀνδρῶν καί ἀπέβλεπαν ἀφενός στή διαρκῆ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ἀφετέρου στόν ἐξαγιασμό τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κτίσεως. Κατανεμήθηκαν μέ πολλή σοφία σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ εἰκοσιτετραώρου, ὥστε νά καθαγιάζεται ὁ χρόνος καί ἀπό φορέας φθορᾶς νά γίνεται πλαίσιο ἁγιασμοῦ. Οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἑπτά καί ὁ ἀριθμός αὐτός στηρίζεται στό στῖχο 164, τοῦ 118ου ψαλμοῦ, κατά τόν ὁποῖο ὁ προφητάναξ Δαυΐδ ἀπευθυνόμενος στόν Θεό λέει: «Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἤνεσά σε ἐπί τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου». Δηλαδή: Κύριέ μου «πολλές φορές κατά τό διάστημα τῆς ἡμέρας σέ δοξολόγησα γιά τίς δίκαιες κρίσεις σου». Διά τοῦ στίχου τούτου ἐκφράζεται ἡ ἀνάγκη πού πρέπει νά αἰσθάνεται ὁ κάθε πιστός νά ὑμνεῖ συνεχῶς τόν Θεό καί Δημιουργό του.
Οἱ ἀκολουθίες αὐτές, οἱ ὁποῖες καλύπτουν ὅλο το εἰκοσιτετράωρο εἶναι: Ὁ Ἑσπερινός ἤ Λυχνικό, τό Μεσονυκτικό, ὁ Ὄρθρος καί οἱ Ὧρες (Α΄, Γ΄, ΣΤ΄ καί Θ΄). Ἡ Θεία Λειτουργία ἔμεινε ἔξω ἀπό τό χρόνο καί τούς περιορισμούς του. Ἔτσι, δέν ἀνήκει στόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ νυχθημέρου, εἶναι τό μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί ἑπομένως βρίσκεται ἔξω ἀπό χρόνο καί τόπο. Πρίν ὅμως παρουσιάσουμε μία πρός μία τίς ἀκολουθίες πρέπει νά ποῦμε ὅτι γιά τή σειρά πού τοποθετήθηκαν μέσα στό νυχθήμερο, λήφθηκε ὡς βάση τό βυζαντινό ὡρολόγιο. Γιά τούς βυζαντινούς ἡ ἀνατολή τοῦ ἥλιου ἦταν ἡ πρώτη ὥρα καί ἡ δύση ἡ δωδέκατη. Ἄς ἀρχίσουμε, λοιπόν, τώρα τήν παρουσίαση τῶν ἀκολουθιῶν.


1. Ὁ Ἑσπερινός:

Ὁ ἑσπερινός πῆρε τό ὄνομά του ἀπό τήν ὥρα κατά τήν ὁποία τελεῖται «περί τήν ἡλίου δύσιν» καί ἔχει ὡς θέματά του, τή δημιουργία τοῦ κόσμου (σέ αὐτή ἀναφέρεται ὁ Προοιμιακός ψαλμός, ὁ 103ος) καί τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀληθινοῦ φωτός, πού διαλύει τό σκοτάδι τῆς πλάνης καί τοῦ θανάτου. Ὀνομαζόταν ἐπίσης καί «λυχνικόν», ἐπειδή παλαιότερα συνέπιπτε μέ τό ἄναμμα τῶν λυχναριῶν ἤ τῶν φώτων στό χῶρο τῆς λατρείας καί σηματοδοτοῦσε τήν ἔναρξη τῆς λειτουργικῆς ἡμέρας.

Μέ ἀναφορά στό χρόνο ἡ θεματολογία τοῦ ἑσπερινοῦ ἐκφράζει: α) τήν πτώση καί τήν ἁμαρτία (Κύριε ἐκέκραξα…). β) τή σωτηρία καί παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Φῶς ἱλαρόν…). γ) τήν ἐσχατολογική προσδοκία (Νῦν ἀπολύεις…). Κατά τόν ἑσπερινό ὁ πιστός εὐχαριστεῖ γιά ὅλα τά ἀγαθά τόν Θεό καί τόν δοξάζει. Ἀναπέμπει δοξολογία γιά τήν παρέλευση τῆς ἡμέρας, εὐχαριστεῖ γιατί εἶναι ζωντανός παρά τίς ἁμαρτίες του, εὐγνωμονεῖ τόν Θεό γιά ὅλα τά εὐεργετήματά του. Ζητάει ἀκόμα ἀπό τόν Κύριο (στίχοι τοῦ 140ου ψαλμοῦ): Νά τόν προφυλάξει ἀπό κάθε παράπτωμα τῆς γλώσσας, «Θοῦ Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου καί θύραν περιοχῆς περί τά χείλη μου». Νά τοῦ δώσει χάρισμα εἰλικρίνειας καί εὐθύτητας, ὥστε νά μήν προφασίζεται «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις». Ἐκλιπαρεῖ γιά ἔλεος καί βοήθεια, κραυγάζοντας, «φύλαξόν με ἀπό παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι», ὥστε ἐλεύθερη ἡ ψυχή του νά λατρεύει τό Ἅγιο ὄνομά Του. Μέσα στή σύναξη οἱ πιστοί ὑποδεχόμαστε τή χάρη τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός μέ δοξολογικῆ χαρά καί ψάλλουμε τήν «Ἐπιλύχνιο Εὐχαριστία», προσβλέποντας μέ αἰσιοδοξία στό «ἱλαρόν» φῶς πού εἶναι τό φῶς τῆς δόξης τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ψάλλουμε ἀκόμα ὕμνους πρός τούς ἁγίους, ἐπειδή αὐτοί ἔζησαν ἐν ἡμέρᾳ, δηλαδή στό φῶς τῆς χάριτος, καί ὁλοκλήρωσαν τή ζωή τούς μέσα σέ αὐτό. Τώρα, ὅμως, ἄν καί οἱ ψυχές τους βρίσκονται στό ἄδυτο φῶς, ἐν τούτοις τά σώματά τους κατέχονται ἀπό τό θάνατο, τόν ὁποῖο συμβολίζει ἡ ἐπερχόμενη νύκτα, προσμένοντας τήν τελευταία καί ἀνέσπερη ἡμέρα μετά τήν κοινή τῶν ἀνθρώπων ἀνάσταση. Μέ τόν ὕμνο «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου Δέσποτα …» προετοιμαζόμαστε γιά τό τέλος, γιά τά ἔσχατα, γιά τόν μέλλοντα αἰῶνα, πρός τόν ὁποῖο ὅλοι πορευόμαστε, μέ τόν τρόπο πού ὁ Θεοδόχος Συμεών περίμενε τόν Χριστό καί μετά, ἀφοῦ τόν γνώρισε, ἦταν ἕτοιμος πιά γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τόν φθαρτό κόσμο. Ἔτσι καί κάθε ἕνας ἀπό μᾶς, δεχόμενος τόν Χριστό, γεμίζει τή ζωή του καί τήν κάνει ζωή σωτηρίας, μέσα στήν αἰωνιότητα. Τέλος, μέ τό τέλος τῆς ἡμέρας καί τόν Ἑσπερινό ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὅλα ὅσα συμβαίνουν δέν εἶναι μάταιος κόπος καί πόνος, ἀλλά μέρος τῆς ἱστορίας τῆς Θείας Οἰκονομίας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος συνεργάζεται μέ τόν Θεό γιά τή σωτηρία αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ ἑσπερινή αὐτή ἀκολουθία δέν εἶναι ὁ ἐπίλογος τῆς ἡμέρας, ἀλλά ἡ ἀρχή, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει μέσα ἀπό τή λατρεία πώς ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί πώς τό βράδυ δέν εἶναι τό τέλος, ἀλλά ἡ ἀπαρχή τῆς ζωῆς.


2. Μεσονυκτικό:

Δεύτερη μετά τόν ἑσπερινό εἶναι ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἡ ὁποία τελεῖται στή μέση τῆς νύκτας, τήν 6η κατά τό βυζαντινό ὡρολόγιο ὥρα, δηλαδή λίγο μετά τά μεσάνυκτα ἀνάλογα μέ τήν ἐποχή. Τό Μεσονυκτικό συμβολίζει τή δεύτερη ἔνδοξη ἔλευση τοῦ Κυρίου καί τήν τελική κρίση. Τό τροπάριο «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…», τό ὁποῖο παραπέμπει στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων, ἀποδίδει ἀκριβῶς αὐτό τό νόημα τῆς ἀκολουθίας. Ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ νύχτα καί ἡ ἔγερση τοῦ πιστοῦ μέσα σέ αὐτή γιά προσευχή ἔχουν συμβολισμούς ἀξιοπρόσεκτους. Ἡ νύχτα συμβολίζει τό κράτος τοῦ θανάτου, τόν κόσμο τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἁμαρτίας, τό χῶρο ὅπου δροῦν τά πονηρά καί κακοποιά πνεύματα. Ἔτσι ἡ προσευχητική ἔγερσή μας, δείχνει τήν ἐγρήγορση τῆς ψυχῆς «μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα», τή διάθεσή της γιά ἀντίσταση στόν πονηρό, τήν ἐκζήτηση ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ τοῦ ἠγαπημένου, τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν πιστό χριστιανό ἡ νύχτα καί κάθε νύχτα συμβολίζει τήν παροῦσα ζωή. Γι’ αὐτό προσδοκᾷ μέ ἀγωνία καί ἀδημονία τόν ἐρχομό τῆς ἡμέρας, ἐπειδή στά αὐτιά του ἠχεῖ ἡ φωνή τοῦ Κυρίου: εἶναι ὥρα νά ξυπνήσετε, γιατί ἡ σωτηρία εἶναι κοντά, ἡ νύχτα πέρασε, ἡ μέρα ἔφτασε Καί τήν προσδοκία του τήν κάνει ἀδιάκοπη προσευχή καί θερμή ἀγρυπνία γιά τόν ἐρχομό τοῦ Νυμφίου.

Ὅμως καί γιά ἄλλο λόγο ἡ νύχτα προσφέρεται γιά προσευχή. Οἱ ἄνθρωποι τότε εἶναι ξεκούραστοι καί εἰρηνικοί, ἀπαλλαγμένοι ἀπό τό βουητό καί τίς μέριμνες τῆς ἡμέρας. Ἡ ἠρεμία τῆς φύσης βοηθᾷ τήν περισυλλογή, ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς προσευχῆς καί ἑπομένως τῆς μεσονύκτιας ἀκολουθίας. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾷ τόν Θεό, ἀγαπᾷ τήν ἀγρυπνία, θυμᾶται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ μέσα στή νύχτα καί ἐπιδιώκει, νικώντας τόν ὕπνο, νά συνομιλήσει καί νά συναναστραφεῖ μέ αὐτόν. Γι’ αὐτό φροντίζει νά εἶναι ἄγρυπνοι καί ἀνοιχτοί «οἱ ὀφθαλμοί» του «πρός ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τά λόγια τοῦ Κυρίου». Γι” αὐτό καί μιμεῖται τόν προφητάνακτα Δαυίδ, ὁ ὁποῖος μᾶς λέει: «Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην, τοῦ ἐξομολογήσασθαι ἐπί τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου» (Ψαλμ. 118,62). Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ὄχι μόνο ἐκτίμησε τήν κατά Θεό ἀγρυπνία, ἀλλά καί τήν ἐγκολπώθηκε καί τήν ἀνήγαγε σέ περιωπή, θεωρώντας τήν ἀνεκτίμητο μέσο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα καί τῶν θείων καί ἱερῶν ἀνατάσεων.

3. Ὁ Ὄρθρος:

Ὁ κύκλος τοῦ νυχθημέρου συνεχίζεται μέ τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, πού εἶναι ἀπό τίς ἀρχαιότερες, ἀλλά καί τίς πλουσιότερες σέ νόημα ἀκολουθίες. Ἡ σύναξη τοῦ ὄρθρου εἶναι πανηγυρική καί χαρμόσυνη καί καλεῖ τόν πιστό νά συμμετάσχει στό πανηγύρι τῆς Ἀναστάσεως, ἀφήνοντας πίσω του τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Τά θέματα τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου εἶναι: 1) Ἡ εὐχαριστία γιά τό ξύπνημα ἀπό τό νυκτερινό ὕπνο, 2) Ὁ χαιρετισμός τοῦ αἰσθητοῦ φωτός καί 3) Ἡ ἐκζήτηση τῆς θείας εὐλογίας γιά τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων, πιστῶν ἤ ἀπίστων, πονηρῶν ἤ ἀγαθῶν ὁπουδήποτε στόν κόσμο μέ τόν ἐρχομό τοῦ φωτός,τῆς νέας ἡμέρας. Ὁ Ὄρθρος εἶναι ἡ πρωινή δοξολογική προσευχή, πού ἀρχίζει μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου. Ἡ ὀνομασία της ὀφείλεται στή λέξη «ὄρθρος» πού δηλώνει τό χρόνο πρίν ἀπό τήν αὐγή καί ἀναγγέλλει τήν καινούργια ἡμέρα. Τό φῶς τῆς ἡμέρας ἔρχεται καί καταργεῖται ὁ θάνατος, μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας οἱ ἄνθρωποι τό φυσικό φῶς τοῦ ἥλιου, βλέπουν τόν «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης», τό Χριστό πού εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου, ὁ λυτρωτής καί ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς, αὐτός πού περιμένουν καρτερικά νά ἐμφανιστεῖ καί νά τούς ὁδηγήσει στή Βασιλεία του.

Τό περιεχόμενο τῆς ὀρθρινῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ δοξολογία καί εὐχαριστία πρός τόν Δημιουργό, πού ἀξίωσε τά πλάσματά του νά περάσουν τή νύκτα εἰρηνικά καί ἀναμάρτητα καί νά δοῦν τό φῶς τῆς ἡμέρας. Συγχρόνως εἶναι δέηση καί ἱκεσία πρός τήν Ἁγία Τριάδα, πρός τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά εὐλογήσει «τά ἔργα τῶν χειρῶν» τῶν ἀνθρώπων μέσα στήν ἡμέρα πού ἀρχίζει. Ἔτσι γεμάτος πίστη στή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει αἰσιοδοξία καί χαρά καί ὡς ἐκ τούτου δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τίς δυσχέρειες τοῦ βίου. Χαίρεται γιά τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό καί θεωρεῖ αὐτή τήν ἐπικοινωνία ὡς τό πολυτιμότερο δῶρο καί ἀγαθό, γιατί τόν μεταφέρει στόν πνευματικό καί ἠθικό κόσμο, τόν κόσμο τοῦ Θεοῦ. Στόν κόσμο αὐτό ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν ἠρεμία, τή μακαριότητα, τήν πνευματική καί ἠθική ἰσορροπία, τήν τελείωσή του. Ὁ ὄρθρος, τέλος, σχετίζει τό πρωινό μέ τή χριστιανική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ὡς «πρωινοῦ» καί ὡς ἀπαρχῆς. Αὐτές οἱ δύο διαστάσεις τοῦ καιροῦ χαρίζουν σχῆμα στήν καιρική ζωή μας καί, δίνοντας στό χρόνο καινούργιο νόημα, τόν μεταμορφώνουν σέ χριστιανικό, λειτουργικό χρόνο, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναφορά στήν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος μας ἀποκτάει νόημα καί σκοπό καί μαζί του κάθε ἐργασία μας, κάθε ἐνέργειά μας. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι χωρίς τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή του, ἄδικα κοπιάζει. Γι’ αὐτό ἀπό τά βαθειά χαράματα, μέσα στή σύναξη τοῦ ὄρθρου παρακαλεῖ καί ἱκετεύει τόν Πατέρα του, στόν ὁποῖο ὀφείλει τήν ὕπαρξή του, νά δώσει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐλογήσει αὐτόν καί τά ἔργα του.


4. Οἱ Ὧρες

Οἱ Ὧρες εἶναι σύντομες καί ἁπλές ἀκολουθίες. Ψάλλονται σέ συγκεκριμένα χρονικά σημεῖα, σύμφωνα μέ τόν παλαιό τρόπο ἀριθμήσεως τῶν ὡρῶν τῆς ἡμέρας καί τῆς νύκτας καί ἔχουν χαρακτῆρα ἐκκλησιολογικό καί ἐσχατολογικό. Ἡ Ἐκκλησία διά τῆς ἀκολουθίας τῶν ὡρῶν ἁγιάζει ὅλο τό χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τόν μετατρέπει σέ εὐχαριστία καί δοξολογία. Ὁ ἄνθρωπος ζῶντας μέσα στή δημιουργία καί ἀπολαμβάνοντας τά ἀγαθά καί τά εὐεργετήματα τοῦ Θεοῦ, προσκυνεῖ καί λατρεύει, εὐχαριστεῖ καί δοξάζει τό Πανάγιο ὄνομά Του, μέ ὅλο του τό εἶναι καί μπορεῖ νά πεῖ, ὅπως καί ὁ ψαλμωδός: «ψαλῶ τῷ Θεῷ μου, ἕως ὑπάρχω» (Ψαλμ. 145 1). Ἄς δοῦμε ὅμως τό περιεχόμενο τῆς κάθε Ὥρας.
Ἡ Α΄ Ὥρα.

Τελεῖται στήν ἀρχή τῆς ἡμέρας καί προσφέρεται ὡς δῶρο, ἀκριβέστερα ἀντίδωρο, καί θυσία αἰνέσεως στόν Θεό, ἐπειδή φωτίστηκαν μέ τό φῶς τῆς εὐσεβείας ὅλα τά κτίσματα, γι’ αὐτό καί προσκαλοῦμε ὅλα αὐτά τά κτίσματα καί τούς ἀγγέλους σέ κοινό μέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους αἶνο τοῦ Θεοῦ. Ζητοῦμε ἀκόμα ἀπό τήν πηγή τοῦ φωτός, αἰσθητοῦ καί νοητοῦ, νά φωτίσει καί τίς δικές μας καρδιές.
Ἡ Γ΄ Ὥρα.

Τελεῖται στίς ἐννέα τό πρωί. Μᾶς θυμίζει τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς ἁγίους Μαθητάς καί Ἀποστόλους κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ ΣΤ΄ Ὥρα.

Τελεῖται στίς δώδεκα τό μεσημέρι καί εἶναι ἀφιερωμένη στό πάθος καί τή σταύρωση τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός, πού εἶναι ἀγάπη, θυσιάζεται ἀπό ὑπερβολική ἀγάπη γιά τό πλάσμα του, ἀτιμάζεται, ἐξευτελίζεται, καταδιώκεται, θανατώνεται. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀνοίγει δρόμους καί δίνει ἀπαντήσεις στόν ἄνθρωπο γιά τή ζωή καί τό θάνατο, γιά τό μυστήριο τῆς ὕπαρξης, γιά μιά ζωή ἀπαλλαγμένη καί ἐλεύθερη ἀπό τό χρόνο καί τή φθορά, γιά μετοχή στή θεία ζωή καί στήν ἀθανασία.
Ἡ Θ΄ Ὥρα.

Τελεῖται στίς τρεῖς τό μεσημέρι καί εἶναι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, πάνω στό σταυρό. «Περί δέ τήν ἐνάτην ὥραν… ὁ Ἰησοῦς κράξας φωνήν μεγάλην ἀφῆκε τό πνεῦμα» (Ματθ. 27,50). Ἀλλά μέ τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ νεκρώνεται ὁ θάνατος, καταλύεται ἡ παντοδυναμία του καί ὁ κάθε ἄνθρωπος ζεῖ μιά καινούρια ζωή «σύν τῷ Χριστῷ, ἐν τῷ Θεῷ». Μέ τό σταυρό καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καταργήθηκε ἡ ἀπόγνωση καί τό ἀδιέξοδο τοῦ θανάτου.
Σημείωσις:
Σήμερα, ἀπό τίς ὧρες ἡ πρώτη διαβάζεται μέ τόν ὄρθρο, ὅπως καί ἡ τρίτη καί ἡ ἕκτη, ἐνῷ ἡ ἐνάτη μέ τόν ἑσπερινό.


ΛOIΠΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ
Τό Ἀπόδειπνο:

Τό Ἀπόδειπνο διακρίνεται σέ Μικρό καί Μεγάλο. Τό τελευταῖο διαβάζεται μόνο τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἐνῷ τό ἄλλο καθημερινά. Εἶναι ἡ προσευχή κάθε πιστοῦ πρίν τόν ὕπνο. Ἀποτελεῖ εὐχαριστία πρός τόν Θεό γιά τήν ἀνάπαυση πού μᾶς παρέχει μέ τόν ὕπνο ἀπό τούς κόπους τῆς ἡμέρας. Εἶναι ἀκόμα δέηση γιά νά περάσουμε τή νύκτα χωρίς πειρασμούς, ἀπό μέρους τῶν φθονερῶν, σκοτεινῶν καί ζοφωδεστάτων δαιμόνων. Δέν περιλαμβάνεται στίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, ἄν καί ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης τό ἐντάσσει σέ αὐτές, ἐνώνοντας τήν Πρώτη Ὥρα μέ τόν Ὄρθρο. Τό ἐξετάζουμε, ὅμως, γιά τή μεγάλη σπουδαιότητα πού ἔχει γιά ἐμᾶς τούς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἡ ἑσπερινή μας προσευχή. Οἱ αὐτοσχέδιες προσευχές ἀντί τοῦ ἀποδείπνου εἶναι προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως καί ἐπιρροῆς καί πρέπει νά τίς ἀποφεύγουμε, γιατί ἀλλοιώνουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἦθος μας. Πρέπει ὅμως νά τονίσουμε, ὅτι εἶναι ἄλλο πράγμα οἱ αὐτοσχέδιες προσευχές καί ἄλλο ἡ ἀναφορά αἰτημάτων προσωπικῶν μας ἤ ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης, πίστεως, ἀγάπης καί μετανοίας πρός τόν Θεό μέ δικά μας λόγια. Αὐτό μπορεῖ νά γίνει ἀλλά πάντα μαζί μέ τό Ἀπόδειπνο. Ἀλλά καί κάτι ἀκόμα. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου πρέπει νά γίνεται ἀπό τόν καθένα μας κάθε βράδυ, πρίν τόν ὕπνο. Ἡ παράλειψη, ἡ ἐπιλεκτική ἀνάγνωση κομματιῶν, ἡ βιαστική, ἀδιάφορη καί βαριεστημένη τέλεσή του εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί πνευματική ζημία. Καλό εἶναι μάλιστα ὅλη ἡ οἰκογένεια νά συνάζεται καί νά τό διαβάζουν μαζί. Ὅλοι. Γονεῖς καί παιδιά.


Ἡ Λιτή:

Εἶναι μία ὁμάδα ἰδιομέλων τροπαρίων ποὺ ψάλλονται στήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, πρὶν ἀπὸ τὸν ὄρθρο. Ἡ Λιτὴ εἶναι μία σύντομη ἱκεσία στὸν ἑορταζόμενο ἅγιο καὶ τήν διακρίνει ἡ ἁπλότητα. «Λιτή» ὀνομάζεται ὁ νάρθηκας τῶν μοναστηριῶν ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἡ ἀκολουθία πῆρε τὸ ὄνομά της, ἐπειδὴ ἐδῶ τελεῖται. Γίνεται μέχρι σήμερα στὰ μοναστήρια ἡ Λιτὴ καθὼς ψάλλονται τὰ ἰδιόμελα μὲ θυμιατό, ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ τιμωμένου ἁγίου ἢ τῆς ἑορτῆς (ἰδιόμελα: τροπάρια ποὺ ἔχουν δικό τους μέλος). Ἡ Λιτή γίνεται κυρίως στίς ἀγρυπνίες, ἀλλά καί σέ μερικές ἄλλες Δεσποτικές καὶ Θεομητορικές ἑορτές καὶ μνῆμες μεγάλων ἑορταζομένων Ἁγίων.


Ἀρτοκλασία:

Μικρὴ ἀκολουθία ποὺ ψάλλεται στόν Ἑσπερινὸ ἢ μετὰ τή Δοξολογία στόν ὄρθρο. Στήν ἀρτοκλασία εὐλογοῦνται οἱ πέντε ἄρτοι, σὲ ἀνάμνηση τῶν ἄρτων ποὺ εὐλόγησε ὁ Χριστὸς στὴν ἔρημο (Μτθ. ιδ´, 15-21). Μαζὶ μὲ τοὺς ἄρτους εὐλογοῦνται «οἶνος και ἔλαιον» (κρασὶ καὶ λάδι) πού συμβολίζουν τὴν ἀρετὴ τῆς ἐλεημοσύνης. Ἡ ἀρτοκλασία τελεῖται στὶς ἐνορίες ὅταν πανηγυρίζει ὁ Ναὸς ἢ σὲ ἄλλες μεγάλες ἑορτές.


Παρακλητικός Κανών:

Αὐτοτελὴς ἀκολουθία, πού ψάλλεται μὲ ἱερέα ἢ μόνο ἀπὸ τὸν πιστό, ὁποιαδήποτε ὥρα. Ὁ πιστὸς εἰς τὴν ταπείνωσή του ζητᾶ ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους νὰ γίνουν μεσίτες, νὰ τὸν πλαισιώνουν εἰς τὴν συνομιλίαν του μὲ τὸν Θεό, ἢ νὰ μεταφέρουν μὲ τὴν καταξιωμένη παρρησία τους εἰς τὸν Κύριο τὰ αἰτήματα - προβλήματα πνευματικὰ καὶ ὑλικά, γιὰ ἴαση ψυχῶν καὶ σωμάτων, γιὰ κάθε θλίψη καὶ ἀνάγκη, γιὰ ἀσθενεῖς ξενιτεμένους, στρατευμένους, πάσχοντες. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ μελέτη καὶ ἐπικοινωνία μετὰ τῶν Ἁγίων ἢ τῆς Παναγίας, προστιθεμένη εἰς τὴν καθ᾿ αὑτὸ λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, εἶναι ὁ γνησιώτερος τρόπος ἁγιασμοῦ τῆς ἡμέρας καὶ τροφοδοσίας τῆς εὐσεβοῦς ψυχῆς. Εἶναι πράγματι πλουτισμὸς ἀνεκτίμητος, τὸν ὁποῖον μᾶς παρέχει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία.